Η κυπριακή κοινωνία βρίσκεται σήμερα εκεί που ήταν κάποτε η Ελλάδα – θυμωμένη, αγανακτισμένη, επιρρεπής σε λαϊκιστικές «επιλογές διαμαρτυρίας». Το ιστορικό μάθημα, ωστόσο, είναι σαφές: στο τέλος, οι πολίτες επιστρέφουν πάντα στις δυνάμεις που ξέρουν πώς να κυβερνούν.

Αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα αυτού οι απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι ψηφοφόροι της Ελλάδας θέλησαν να τιμωρήσουν το τότε κατεστημένο. Η ευάλωτη ελληνική κοινωνία αντέδρασε περισσότερο με συναίσθημα παρά με λογική και πίστεψε στον λαϊκισμό ενός κόμματος που μέχρι τότε εκπροσωπούσε μόλις το 3% του εκλογικού σώματος, καθώς και σε κάποιες δυνάμεις της άκρας δεξιάς – σχηματισμοί που δεν είχαν ούτε προτάσεις ούτε πολιτικές, αλλά επιχειρούσαν να εκμεταλλευθούν την απογοήτευση των Ελλήνων.

Σε μια ανάλογη κατάσταση βρίσκεται σήμερα και η κυπριακή κοινωνία, θυμωμένη και αγανακτισμένη από μια σειρά γεγονότα που είχαν επισυμβεί επί σειρά ετών. Εν ολίγοις, η Κύπρος βρίσκεται εκεί που ήταν κάποτε η Ελλάδα, με μιάμιση δεκαετία διαφορά.

Αυτή την απογοήτευση και την αγανάκτηση επιχείρησαν να εκμεταλλευθούν διάφορα νεοφανή σχήματα τα οποία σε 48 ώρες ευελπιστούν να καταλάβουν και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Όπως και τα εν Ελλάδι πολιτικά σχήματα, έτσι και οι δικοί μας νεοφανείς σχηματισμοί, πέραν από τον λαϊκισμό και την τοξικότητα, δεν έδειξαν ότι έχουν κάτι ουσιαστικό να δώσουν ως απάντηση στα καθημερινά και σημαντικά προβλήματα.

Ο Χάρης Γεωργιάδης μας θυμίζει ένα κείμενο που είχε γράψει προ εξαετίας, τον Αύγουστο του 2020, στο οποίο αναφερόταν στο μέλλον της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς. Τα όσα έγραφε τότε – και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Scripta Manent» – έχουν άμεση σχέση με το τι συμβαίνει σήμερα στο νησί και με την πολιτική κατάσταση που μπορεί την Κυριακή να καθορίσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

«Τα πολιτικά κόμματα της κεντροδεξιάς κυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή τις τελευταίες δεκαετίες», αναφέρει ο Χ. Γεωργιάδης, προσθέτοντας πως αυτά σήμερα «αντιμετωπίζουν τη σοβαρότερη ίσως πρόκληση, η οποία προέρχεται από δυνάμεις του λαϊκισμού και του ακραίου εθνικισμού». Η κεντροδεξιά, συνεχίζει, «κυβέρνησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως σε εναλλαγή με τη σοσιαλδημοκρατία, και συνέβαλε καθοριστικά στη διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών, στον προσδιορισμό του σύγχρονου ρόλου του κράτους και στη διαμόρφωση της σύγχρονης οικονομικής αρχιτεκτονικής».

Στην Κύπρο, με εξαίρεση μια πενταετία όπου κυβέρνησε το ΑΚΕΛ, όλες οι άλλες κυβερνήσεις ανήκαν στον χώρο της κεντροδεξιάς και της ευρύτερης δεξιάς. Στην μετά Μακάριο εποχή είχαμε 15 χρόνια διακυβέρνηση ΔΗΚΟ, είκοσι ΔΗΣΥ και τώρα τρία χρόνια Νίκου Χριστοδουλίδη. Ακόμα και η πενταετία Βασιλείου, παρ’ όλες τις σχέσεις του με την Αριστερά, δεν εφάρμοσε αριστερές πολιτικές διακυβέρνησης. Τα κόμματα της κεντροδεξιάς αποτέλεσαν τον βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο αναζητήθηκαν λύσεις.

Τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Κύπρο, «κάτω από τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν, οι ψηφοφόροι στράφηκαν κυρίως στα κόμματα της κεντροδεξιάς, τα οποία ανέλαβαν το βάρος της προσπάθειας για την ανάκαμψη των οικονομιών». Οι δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις που κλήθηκαν να λάβουν αυτές οι κυβερνήσεις έδωσαν την ευκαιρία σε ανομοιογενείς δυνάμεις να αναδειχθούν «όχι τόσο ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας, αλλά ως επιλογή διαμαρτυρίας».

Αυτό βιώνουμε σήμερα κι εμείς εδώ στην Κύπρο: ένα συνονθύλευμα λαϊκιστών να εμφανίζεται ως «επιλογή διαμαρτυρίας», χωρίς αξιόπιστη πολιτική πρόταση. Το ανησυχητικό δεν είναι πως αυτοί δεν έχουν αξιόπιστη πρόταση – το ανησυχητικό είναι πως μπορεί να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία μιας χώρας ή ακόμα και να βρεθούν στην εξουσία.

Και μετά… οι πολίτες θα ανατρέξουν και πάλι στις δυνάμεις της κεντροδεξιάς αναζητώντας σανίδα σωτηρίας. Θα καταλήξουν σ’ αυτούς που πρέπει, σ’ αυτούς που ξέρουν ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που δεν λύθηκαν από τους λαϊκιστές, γιατί ποτέ δεν ήταν σε θέση να τα λύσουν. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα το 2019. Αυτό είχε συμβεί και στην Κύπρο το 2013.