Ο ήλιος, η θάλασσα, το ανάλαφρο αεράκι, η μαύρη άμμος ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών, οι σπηλιές πάνω στην ακτή, εκεί που σπάζει το κύμα. Απλώνουμε τις πετσέτες και ξαπλώνουμε. Είναι πέντε το απόγευμα, λίγες οι παρέες αυτή την ώρα. Οι πιο πολλοί φεύγουν, εμείς ερχόμαστε. Διακρίνω πιο μακριά κάποια νεαρά ζευγάρια με τα μικρά παιδιά τους που ξέμειναν στην άκρη του βράχου. Ένα κοριτσάκι τριών χρόνων τρελαίνεται με την ελευθερία του και τρέχει εκστατικό τσαλαβουτώντας στο νερό, ενώ πίσω του τρέχει η μαμά του για να το προστατεύσει από ενδεχόμενη πτώση.
Κάνουμε γρήγορα την πρώτη βουτιά. Γεύση αλμύρας στο στόμα και ξάφνιασμα από το κρύο νερό. Μια απειροελάχιστη στιγμή φωτίζουν το μυαλό μου οι βουτιές που έκανα στα 13-14 χρόνια μου στη θάλασσα του Άη Μέμνιου, εκείνη την απίστευτη εποχή της ομαδικότητας στην Αμμόχωστο και στην Κάτω Δερύνεια – πηγαίναμε στη θάλασσα πολλοί μαζί, στο σχολείο, στο σωματείο, στο γήπεδο για ποδόσφαιρο και για κάθε άλλο παιγνίδι. Σκεφτόμασταν, επίσης, πολλοί μαζί, δηλαδή είχαμε τις ίδιες ιδέες και την ίδια ψευδαίσθηση ότι οι ιδέες μας ήταν οι μοναδικές σωστές – και ότι οι ιδέες των άλλων, ήταν όχι απλώς λανθασμένες, αλλά πέρα για πέρα χαλασμένες και εξωφρενικές, σχεδόν διεστραμμένες.
Επιστρέφω στο πιο …ρεαλιστικό παρόν μου και προσέχω ότι ένας από τους λουόμενους είναι γνωστός πολιτευτής με τη σύζυγο και το μικρό παιδί τους. Μοιάζει ευάλωτος και τρωτός χωρίς την πανοπλία του κοστουμιού, της γραβάτας, της λιμουζίνας και του αέρα της εξουσίας και δείχνει να το απολαμβάνει. Χαϊδεύει το κεφάλι του γιου του, κοιτάζει το πλοίο στα ανοικτά και μου φαίνεται πραγματικά ευτυχισμένος – αυτή τη στιγμή δεν είναι κάποιος που έχει έτοιμες όλες τις απαντήσεις και όλες τις λύσεις, είναι απλώς ένας φυσιολογικός άντρας που πάει για ντους μετά το θαλασσινό μπάνιο. Μπαίνω στον πειρασμό να του πω ένα γεια, αλλά δεν το κάνω για να μη του χαλάσω την ιδιωτικότητα και την ομορφιά της στιγμής.
Σε λίγο, τα μαζεύουμε κι εμείς, ανεβαίνουμε πάνω ψηλά στον χώρο στάθμευσης κι ανακαλύπτω ότι έχασα το κλειδί του αυτοκινήτου. Αδειάζω τις τσέπες μου και το σακίδιό μου ξανά και ξανά, λες και θα εμφανιστεί από θαύμα και επιστρέφω στην παραλία. Πηγαίνω στους τρεις τόπους που μετακινηθήκαμε για να μας πιάνει ο ήλιος, παρατηρώ εντατικά και διακρίνω επιτέλους το κλειδί μισοβυθισμένο στην άμμο. Ανεβαίνω τα σκαλιά ενθουσιασμένος γιατί πληρώσαμε το μικρότερο τίμημα, μαθαίνοντας για άλλη μια φορά ότι ποτέ και τίποτα δεν είναι δεδομένο.