Υπάρχουν αποκαλύψεις που αλλάζουν την ιστορία. Υπάρχουν, όμως, και ιστορίες που παρουσιάζονται ως αποκαλύψεις, προκαλούν εκκωφαντικό θόρυβο, διασύρουν ανθρώπους, δηλητηριάζουν τον δημόσιο διάλογο και στο τέλος καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος. Η υπόθεση της «Σάντης» ανήκει αναμφίβολα πλέον στη δεύτερη κατηγορία.

Η χθεσινή παρουσίαση των αποτελεσμάτων της αστυνομικής έρευνας δεν άφησε πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Ένας προς ένας, σχεδόν όλοι οι ισχυρισμοί που επί δύο μήνες ανακυκλώνονταν στη δημόσια σφαίρα κατέρρευσαν. Η ανήλικη που δήθεν κακοποιήθηκε. Το παιδί που δήθεν γεννήθηκε. Τα τρία παιδιά που δήθεν αποκτήθηκαν. Τα ταξίδια στη Γαλλία. Οι ξυλοδαρμοί. Τα εμβάσματα των 850.000 ευρώ. Οι εργοδοτήσεις. Οι υποκλοπές. Ένα ολόκληρο οικοδόμημα καταγγελιών το οποίο παρουσιάστηκε ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ψευδές και κατασκευασμένο.

Εδώ αρχίζει το πραγματικά εξοργιστικό μέρος της ιστορίας. Διότι μπροστά σε αυτόν τον κόλαφο, ο Μακάριος Δρουσιώτης δεν βρήκε τη δύναμη να πει ούτε μία λέξη αυτοκριτικής. Ούτε μία.

Δεν βρήκε τη δύναμη να αναρωτηθεί αν έκανε λάθος. Δεν βρήκε τη δύναμη να ζητήσει συγγνώμη από ανθρώπους, που είδαν τα ονόματά τους να γίνονται πρωτοσέλιδα για τους χειρότερους δυνατούς λόγους. Δεν βρήκε τη δύναμη να εξηγήσει πώς έφτασε να υιοθετήσει και να προωθήσει ένα αφήγημα το οποίο σήμερα βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση.

Αντίθετα, έκανε αυτό που κάνουν συνήθως όσοι δεν έχουν απαντήσεις, άλλαξε θέμα. Θα τα πούμε, λέει, όταν ανακοινωθεί το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία». Δηλαδή, όταν η πραγματικότητα δεν εξυπηρετεί το αφήγημα, αλλάζουμε αφήγημα. Όταν καταρρέουν οι καταγγελίες, μεταφέρουμε τη συζήτηση αλλού. Όταν οι απαντήσεις είναι άβολες, αναζητούμε νέο πεδίο αντιπαράθεσης.

Μόνο που υπάρχει ένα τεράστιας σημασίας πρόβλημα. Οι άνθρωποι που διασύρθηκαν! Ο πρώην δικαστής που στοχοποιήθηκε. Ο πρώην ευρωβουλευτής Παπαδάκης, που είδε την πολιτική του καριέρα να διαλύεται. Ο Ελλαδίτης πολιτικός Μυλωνάκης, ο οποίος αντιμετωπίζει και σοβαρό πρόβλημα υγείας. Και τόσοι άλλοι, των οποίων τα ονόματα αναρτήθηκαν, αναπαράχθηκαν και συνδέθηκαν με ιστορίες που σήμερα αποδεικνύονται ανυπόστατες. Ποιος θα αποκαταστήσει τη ζημιά που υπέστησαν; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για τις σκιές που έπεσαν πάνω τους;

Στη δημοσιογραφία δεν αρκεί να είσαι επιθετικός. Πρέπει και να είσαι σωστός. Δεν αρκεί να εκτοξεύεις βαρύτατες κατηγορίες. Πρέπει να μπορείς να τις αποδείξεις. Όταν αποδεικνύεται ότι δεν μπορείς, η συγγνώμη δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Είναι στοιχειώδης υποχρέωση. Και η απουσία της, μέγιστη ανευθυνότητα.

Η υπόθεση της «Σάντης» αποτελεί ταυτόχρονα και ένα μάθημα για όλους μας. Για μια κοινωνία που πολλές φορές βιάζεται να πιστέψει, να καταδικάσει και να εξοργιστεί πριν δει τα στοιχεία. Για όσους αντιμετωπίζουν κάθε καταγγελία αυτομάτως ως αληθινή και κάθε αμφισβήτηση ως απόπειρα συγκάλυψης. Για όσους συγχέουν τις υποψίες με τις αποδείξεις και τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την τεκμηριωμένη έρευνα.

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με υποψίες. Λειτουργεί με αποδείξεις. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η Αστυνομία δικαιούται να θεωρήσει την υπόθεση λήξασα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Διότι, παρά τη σημερινή αναλυτική παρουσίαση, εξακολουθούν να υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα τα οποία παραμένουν αναπάντητα.

Ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο της «Σάντης»; Γιατί επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα; Υπήρχε άραγε κάποιος υποκινητής της; Κάποιος συνεργός της; Υπήρξαν άνθρωποι που τροφοδοτούσαν αυτή την ιστορία με στοιχεία; Πώς βρέθηκαν στην κατοχή της αριθμοί τηλεφώνων, στοιχεία δικαστικών υποθέσεων και πληροφορίες, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για να προσδώσουν αληθοφάνεια στο κατασκευασμένο αφήγημα;

Οι απαντήσεις είναι αναγκαίες. Όχι για να στηρίξουν κάποια θεωρία συνωμοσίας, αλλά για να κλείσει οριστικά μια υπόθεση που τραυμάτισε πρόσωπα, θεσμούς, την κοινωνία και την πλειστάκις τρωθείσα εμπιστοσύνη της προς διαφόρους φορείς εξουσίας.

Το βέβαιο είναι ότι η σημερινή ημέρα συνιστά μια βαριά ήττα για όσους ζητούσαν από την κοινωνία να πιστέψει σωρεία διαφορετικών υποθέσεων, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, που συνδέθηκαν όλα μαζί σε ένα αφήγημα που έμοιαζε με μυθιστόρημα και αποδείχτηκε τελικά ως έτσι ήταν. Είναι οδυνηρό το γεγονός ότι από μια υπόθεση η οποία συγκλόνισε το παγκύπριο, τελικά το τεράστιο ερώτημα που απέμεινε να κυριαρχεί είναι αυτό: Πού είναι τα στοιχεία;

Γι’ αυτό, πλέον, δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να υπάρξει λογοδοσία και τιμωρία!