Περισσότερο συζητήθηκαν οι υποσχέσεις που έδωσαν οι υποψήφιοι για την Προεδρία της Δημοκρατίας στο ντιμπέιτ, παρά με το καμπανάκι που κτύπησε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο για τις ατραπούς στις οποίες μπορεί να βρεθεί η κυπριακή οικονομία τους επόμενους μήνες. Τόσο η κοινή γνώμη, όσο και τα κόμματα και τα επιτελεία των υποψηφίων, αντί να ασχοληθούν αλλά και προβληματιστούν με τις προειδοποιήσεις του Συμβουλίου, συζητούσαν την επόμενη ημέρα της τηλεμαχίας για το θέμα της χορηγίας που λαμβάνουν τα κόμματα από το κράτος, για την οποία η πλειοψηφία των υποψηφίων πιάστηκαν αδιάβαστοι, καθώς ερμήνευαν τη νομοθεσία κατά το δοκούν. Είναι της πάση γνωστό πως από το ’21 τα κόμματα έκοψαν και έραψαν στα μέτρα τους τον νόμο. Μάλιστα, δεν θα πρέπει να έχουμε αυταπάτες πως θα προχωρήσουν σε τροποποίηση του νόμου, καθώς αυτό δεν τους συμφέρει.  

Μετά τις επιστολές που απέστειλε το Δημοσιονομικό Συμβούλιο στο Υπουργείο Οικονομικών και στη Βουλή, θα ήταν καλό οι υποψήφιοι να βγουν και να τοποθετηθούν. Να καθησυχάσουν τους πολίτες πως έχουν έτοιμο τον σχεδιασμό που μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιθανές επιπτώσεις που θα προκύψουν στην κυπριακή οικονομία εξαιτίας των παρατεταμένων δυσμενών εξελίξεων στη διεθνή οικονομία. Όπως όλα δείχνουν, τα πράγματα δεν θα είναι τόσο εύκολα το 2023. Οι επιπτώσεις από το Ουκρανικό στην οικονομία θα γίνουν εντονότερες τους επόμενους μήνες. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν εκτιμήσει εδώ και μήνες τις δυσκολίες που θα προκύψουν, σε αντίθεση με την Κύπρο, όπου παρά τις κάποιες ανησυχίες, υπήρχε μάλλον υπέρμετρη αισιοδοξία.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο θεωρεί πως είναι απίθανο να επαληθευτεί το ευνοϊκό δημοσιονομικό σενάριο για το 2023. Το Συμβούλιο στο ευνοϊκό του σενάριο είχε προβλέψει ανάπτυξη 2.4% και τελικό δημόσιο χρέος ύψους 88.5% επί του ΑΕΠ, σε σύγκριση με ανάπτυξη 3% και χρέος 83.3% που προβλέπεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2023. Μάλιστα, λόγω των εξελίξεων, των πρόσθετων κρατικών αναγκών που θα υπάρξουν και της μείωσης των εσόδων του κράτος, ίσως φέτος η χώρα χρειαστεί επιπρόσθετες πιστώσεις πέραν των €500 εκατ. (μέσω συμπληρωματικού προϋπολογισμού) για να καλύψει την χρονιά. Αυτό οδήγησε το Συμβούλιο να προχωρήσει σε επικαιροποιημένες εκτιμήσεις, σύμφωνα με τις οποίες το δημόσιο χρέος θα κυμανθεί στο 89.9% του ΑΕΠ, με οριακό πρωτογενές έλλειμμα ύψους 0.02% και με δημοσιονομικό ισοζύγιο ύψους -1.42%.

Η Κυβέρνηση θα αφήσει ως κληρονομιά στην επόμενη διακυβέρνηση ένα μαξιλαράκι περίπου €500 εκατ. Δηλαδή, η νέα Κυβέρνηση θα έχει κάποια όπλα για να αντιμετωπίσει τις πιθανές επιπτώσεις. Παράλληλα, η νέα διακυβέρνηση της χώρας θα πρέπει να προχωρήσει και σε κάποιες αποκοπές δαπανών, οι οποίες έχουν περιθώριο να μειωθούν, χωρίς να επηρεάσει το μισθολόγιο. Και αυτό γιατί η ιστορία έδειξε οι αποκοπές μισθών προκαλούν επιπρόσθετα προβλήματα, καθώς πέραν των αντιδράσεων μειώνεται και η αγοραστική δύναμη των πολιτών, κάτι που επηρεάζει την οικονομία.

Φέτος, λόγω των εκλογών, τα κόμματα δεν προχώρησαν σε δραστικές αποκοπές κονδυλίων από τον προϋπολογισμό. Έβαλαν ψαλίδι κατά 10% στις δαπάνες για την αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών, ενώ δεν απέκοψαν τα κονδύλια για τις λειτουργικές δαπάνες και για την εκπαίδευση προσωπικού και για συμμετοχή σε συνέδρια, κάτι που έπρατταν τα προηγούμενα εννέα χρόνια. Να σημειωθεί πως η μείωση των κονδυλίων για την αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών είναι μόλις €12.3 εκατ., που αφορούν τα κονδύλια για την αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών. Εάν αναλογιστεί κανείς το σύνολο των δαπανών που περιλαμβάνει ο προϋπολογισμός του κράτους, η μείωση που θα επέλθει αποτελεί μια σταγόνα στον ωκεανό, καθώς προβλέπει έσοδα €11.7 δισ. και δαπάνες €11.2 δισ.

Συνεπώς, η νέα Κυβέρνηση, από τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής της, θα πρέπει να εφαρμόσει αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, για να μην βρεθεί η χώρα στην κατάσταση που ήταν τον Μάρτιο του 2013.