Το 2022, σε συνέχεια των προηγούμενων ετών, αποδείχτηκε ακόμα μία δύσκολη και με πολλές προκλήσεις χρονιά για τις επιχειρήσεις και κατ’ επέκταση για τα εργασιακά δεδομένα της χώρας. Οι συνεχιζόμενες και αλλεπάλληλες κρίσεις και οι αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και οι έντονες πληθωριστικές πιέσεις που έχουν προκληθεί ως αποτέλεσμά τους, δημιούργησαν ένα ασταθές επιχειρηματικό και εργασιακό περιβάλλον.

Τα εργασιακά δεδομένα έχουν επηρεαστεί σε τεράστιο βαθμό από τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος συνεχίζεται εδώ και έντεκα μήνες, καθώς και από τις κυρώσεις που έχει επιβάλει η ευρωπαϊκή κοινότητα στη Ρωσία. Τα γεγονότα αυτά έχουν δημιουργήσει σοβαρότατες επιπτώσεις, με μεγάλες ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, με αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των τιμών στα τρόφιμα, τις πρώτες ύλες και ιδιαίτερα στο κόστος της ενέργειας.

Παράλληλα, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, αρκετές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επηρεάζονται από τις επιπτώσεις της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης της πανδημίας του COVID-19, με τις ενδείξεις να μην είναι αισιόδοξες, αφού, όπως όλα δείχνουν, η πανδημία θα συνεχίσει να επηρεάζει όλους μας και κατά τη διάρκεια του νέου έτους.

Με αυτά ως δεδομένα, εισερχόμαστε στη νέα χρονιά. Μία νέα χρονιά που αναμένεται να είναι ακόμα πιο δύσκολη, με ακόμα περισσότερες προκλήσεις, αφού τα δεδομένα παραμένουν δυσοίωνα. Εν μέσω λοιπόν αυτών των συνεχιζόμενων κρίσεων, καλούμαστε να διαχειριστούμε ένα νέο και πολύ απαιτητικό διαπραγματευτικό κύκλο.

Ως κληρονομιά από το 2022, έχουμε να διαχειριστούμε την υιοθέτηση του Εθνικού Κατώτατου Μισθού (ΕΚΜ), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου του 2023. Παρά τις αντιδράσεις της Ομοσπονδίας Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) για τη νομοθετική ρύθμιση των μισθών εισδοχής στην αγορά εργασίας, εντούτοις και αφού υπήρχε ειλημμένη πολιτική απόφαση προς αυτή την κατεύθυνση, η Κυβέρνηση προχώρησε με τη νομοθέτηση του ΕΚΜ. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η εισαγωγή του ΕΚΜ αναμένεται να επηρεάσει πέραν των εκατό χιλιάδων εργαζομένων. Σημαντική αναμένεται να είναι η αύξηση στους μισθούς και σε άλλους εργαζόμενους, που σήμερα βρίσκονται πέριξ του ΕΚΜ, ως αποτέλεσμα του ντόμινο που θα δημιουργηθεί, πιέζοντας τις όμορες απολαβές προς τα πάνω. Υπάρχει έντονη ανησυχία για το ύψος του ΕΚΜ, καθώς έχει καθοριστεί πολύ πιο ψηλά από αυτό που συμβουλεύουν οι εμπειρογνώμονες και οι διεθνείς οργανισμοί. Κρίνεται απόλυτα αναγκαία η διενέργεια μελέτης επιπτώσεων (impact analysis/assessment), κάτι το οποίο δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ώστε να εντοπιστεί το πραγματικό κόστος και τα προβλήματα που ενδεχομένως να προκληθούν σε κατηγορίες οικονομικών δραστηριοτήτων ή επαγγελματικών ειδικοτήτων.

Το σημαντικότερο ζήτημα που είναι προς συζήτηση και για το οποίο ο διάλογος ξεκίνησε περί τα τέλη του 2022, είναι αυτό της ανανέωσης της συμφωνίας για τον τρόπο καταβολής της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ). Πάγια θέση της ΟΕΒ ήταν ανέκαθεν η πλήρης κατάργηση του όλου συστήματος και η αντικατάστασή του με ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα, βασισμένο στις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές. Οι διαβουλεύσεις συνεχίζονται με πολύ έντονους ρυθμούς, με τις συντεχνίες δυστυχώς να τηρούν μία αδιάλλακτη στάση για πλήρη επαναφορά της ΑΤΑ, έχοντας ήδη εξαγγείλει απεργιακά μέτρα. Τονίζεται πως με την ισχύουσα συμφωνία, όπου καταβάλλεται η ΑΤΑ στο 50%, το εργατικό κόστος αυξάνεται από 01/01/2023 κατά 4,36%, ενώ αυτό που ζητούν οι συντεχνίες είναι το επιπλέον 50%, επιβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο μία οριζόντια-ανελαστική αύξηση στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά και στις επιχειρήσεις που καταβάλλουν ΑΤΑ, ύψους 8,71%.

Επιπρόσθετα, κατά το διάστημα που μας πέρασε, έχουμε δει τροποποιήσεις σε αρκετά νομοθετήματα που κάνουν το πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων πιο αυστηρό και αυξάνουν το κόστος. Σημαντικό κόστος επιφέρει και η ανάγκη για την ψηφιακή μετάβαση, η οποία είναι αναγκαία για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να συνάδουν με τα νέα δεδομένα στην εποχή της ψηφιοποίησης, την ίδια ώρα που καλούνται να επενδύσουν χρόνο και χρήμα, με σκοπό την επίτευξη των στόχων για την πράσινη μετάβαση που έχει θέσει η ΕΕ. Και όλα αυτά, μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, το οποίο εντείνεται και λόγω της πρωτόγνωρα μεγάλης έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού και της αδυναμίας για επαρκή και ουσιαστική στελέχωση των επιχειρήσεων.

Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, εισερχόμαστε σε μία νέα χρονιά, όπου θα κληθούμε να ανανεώσουμε αριθμό επιχειρησιακών και κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων, με μεγαλύτερη αυτή της Οικοδομικής Βιομηχανίας. Η στάση των συντεχνιών αναφορικά με την υποβολή των αιτημάτων τους δεν είναι ενθαρρυντική, καθώς φαίνεται να εισέρχονται στις διαπραγματεύσεις επιθετικά, με απαιτήσεις που αγνοούν τις σημερινές πραγματικότητες, αξιώνοντας ωφελήματα που επιφέρουν μεγάλα κόστη. Το μήνυμα που μεταφέρει η ΟΕΒ προς όλες τις κατευθύνσεις είναι απλό: Ας αφήσουμε τις επιχειρήσεις να λειτουργήσουν απρόσκοπτα, χωρίς να βρίσκονται σε ασφυκτικό κλοιό, για το καλό όλων μας και γενικότερα για την οικονομία του τόπου μας.

Χρειάζεται από όλους τους κοινωνικούς εταίρους να επιδείξουν ορθολογική προσέγγιση, αλληλοκατανόηση και πνεύμα συνεργασίας για να καταφέρουμε να διατηρήσουμε τις κυπριακές επιχειρήσεις βιώσιμες και ανταγωνιστικές. Οι διαρκείς αυξήσεις των τιμών και ο καλπασμός του πληθωρισμού δεν είναι κατάλληλο περιβάλλον για να έχουμε αλόγιστες, επιπλέον αυξήσεις, στο εργατικό κόστος.

* Λειτουργός, Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και Κοινωνικής Πολιτικής ΟΕΒ