Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι εύκολη, μονολεκτική και κατηγορηματική: Όχι!

Όσο πλησιάζουν δε οι εκλογές, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, άνετα  διαπιστώνει κάποιος ότι στο λεξιλόγιο των περισσότερων πολιτικών, η αυτοκριτική συγχέεται με τον απολογισμό. Ο οποίος βεβαίως , το πιο συχνά είναι … αυτολιβάνισμα! Περισσότερο, δηλαδή, αναδεικνύονται τα επιτεύγματα. Σπανίως τα όσα «δεν κάναμε». Και ακόμα πιο … σπανίως, τα όσα κάναμε λάθος.

Κάτι που μου θυμίζει την κλασική απάντηση «είμαι πολύ ρομαντικός, τίμιος, και εμπιστεύομαι όλους τους ανθρώπους», όταν ρωτάς έναν πολιτικό «ποια είναι τα μεγαλύτερα μειονεκτήματά σου;» … 

Στα δημοσιογραφικά μου χρόνια, δέκα και πλέον στην Βρετανία, προ των εκλογών όλα τα κόμματα παρουσίαζαν το πρόγραμμά τους. Το έλεγαν Μανιφέστο, και το εξέδιδαν σε μορφή περιοδικού, το οποίο μπορούσε να προμηθευτεί κάποιος από βιβλιοπωλεία και υπαίθριους εφημεριδοπώλες. Αυτά τα προγράμματα περιείχαν τις θέσεις των κομμάτων για βασικούς τομείς της πολιτικής (οικονομία, διεθνείς σχέσεις, παιδεία, υγεία, στέγαση, βιομηχανία, κλπ), και ήταν και η πυξίδα όλων των υποψηφίων για την πρωθυπουργία. Οι θέσεις τους, δηλαδή, δεν ήταν δικές τους μόνο, αλλά αποτέλεσμα τριβής και ζύμωσης μέσα από κόμματα με βαθιά δημοκρατική δομή και λαϊκή υποστήριξη. ε περίπτωση δε που ο υποψήφιος εκπροσωπούσε μία συμμαχία κομμάτων ας πούμε, το Πρόγραμμα-Μανιφέστο απηχούσε τις θέσεις του σχήματος.

Όσα «θα» αναφέρονταν σε αυτά τα προγράμματα, ήταν επεξηγηματικά τεκμηριωμένα, και πλήρως κοστολογημένα. Για τους δημοσιογράφους δε, ήταν η «βίβλος» μας σε όλες τις συνεντεύξεις, προ και μετά των εκλογών. Κάθε μικρό ή μεγάλο βοήθημα που υποσχόταν ο υποψήφιος να δώσει στην «χ» κατηγορία πολιτών, έπρεπε να συνοδεύεται από μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα «από που θα τα πάρεις;». Θυμάμαι αρκετούς λαϊκιστές που έλεγαν «από το κρατικό ταμείο», κάνοντας αναδιανομή παροχών. Ε, αυτοί υπέφεραν από το δημοσιογραφικό σφυροκόπημα που δικαίως τους γινόταν.

«Ναι», τους απαντούσαν όσοι δεν έπεφταν στην παγίδα του λαϊκισμού. «Πρέπει να ξέρεις όμως ότι αν αφαιρέσεις κάτι από τον κρατικό κουμπαρά, πρέπει να βρεις κάτι άλλο για να καλύψεις το κενό. Πώς θα το κάνεις; Δεν βλέπω σοβαρές προτάσεις προσέλκυσης νέων επενδύσεων στο πρόγραμμά σου. Θα αυξήσεις τη φορολογία; Κι αν ναι, πόσο;». 

Επίσης, αναπόσπαστο κομμάτι του λεγόμενου εξουσιαστικού κύκλου, είναι και αυτό της λογοδοσίας. Αυτό προϋποθέτει ανεξάρτητες, επαγγελματικές φωνές. Όχι ντουντούκες. Και σίγουρα όχι «πληρωμένους» κονδυλοφόρους. 

Από τη στιγμή που γεννιόμαστε και αρχίζουμε να μεγαλώνουμε, μαθαίνουμε σιγά-σιγά (και αν είμαστε τυχεροί, με σωστό τρόπο), ότι κάθε πράξη μας έχει συνέπειες. Μικρός, στην 1η γυμνασίου, είπα στον πατέρα μου «δεν θα πάω σχολείο σήμερα γιατί έχουμε διαγώνισμα και δεν θα γράψω καλά». Να μην πας, μου απάντησε, αλλά να ξέρεις ότι αυτό έχει κόστος. «Τι κόστος;», απόρησα.  Να φας απουσία και να πάρεις χαμηλό βαθμό, μου είπε. Κάτι που δεν με συγκίνησε τότε. Αλλά όταν μου ανακοίνωσαν ότι σε τρεις μέρες θα γράψω μόνος μου, έμαθα τη λέξη «συνέπειες».

Η σύγχρονη πολιτική, όταν δεν πατάει επάνω σε γερές βάσεις, και κυρίως όταν το εκλογικό σώμα προτάσσει άλλα κριτήρια (κυρίως προσωπικού συμφέροντος, και όχι συλλογικού), την ώρα της κάλπης, έχουμε μια αποσύνθεση της πολιτικής, και επικράτηση μέτριων ή/και ακραίων προσώπων. 

Το «βρετανικό μοντέλο» που επικαλέστηκα πριν, έχει και αυτό τις αδυναμίες και αστοχίες του. Είδαμε τι έγινε τα τελευταία χρόνια. Και βλέπουμε πόσο δυσκολεύεται ακόμα και τώρα να ορθοποδήσει η χώρα. Τα «συστατικά» όμως στα οποία αναφέρθηκα πριν (της λογοδοσίας, του ελέγχου, του νόμου, της συνέπειας λόγων και έργων και, πάνω απ’ όλα, της έντιμης και δημοκρατικής συμπεριφοράς), υπάρχουν και «δουλεύουν».