
Η νομική προστασία πιστωτή επεκτείνεται και στην ακύρωση με διάταγμα Δικαστηρίου της διάθεσης κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται δόλια από οφειλέτη χρέους με πρόθεση καταδολίευσης του πιστωτή, ώστε να καθυστερήσει ή απωλέσει τη δυνατότητα είσπραξης του οφειλόμενου εξ’ αποφάσεως χρέους.
Μια τέτοια διάθεση συνήθως γίνεται με δωρεά και μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από γονέα προς τέκνο ή από ένα σύζυγο προς τον άλλο ή μεταξύ αδελφών, χωρίς αντάλλαγμα και με δόλια πρόθεση να εμποδιστεί ο πιστωτής να εισπράξει το χρέος. Ακόμη και να υπάρξει αντάλλαγμα στη διάθεση της περιουσίας, εάν ο δικαιοδόχος έχει γνώση ότι αυτή γίνεται με πρόθεση καταδολίευσης πιστωτή, μπορεί να ακυρωθεί. Στην περίπτωση διάθεσης με μεταβίβαση της περιουσίας δυνάμει δωρεάς, τόσο ο δικαιοπάροχος όσο και ο δικαιοδόχος εμποδίζονται από τη δήλωση που προέβησαν ενώπιον του Κτηματολογίου να ισχυριστούν εκ των υστέρων ότι υπήρξε αντάλλαγμα. Δεν καταβάλλονται στη δωρεά κτηματολογικά τέλη και εκλαμβάνονται ότι ενήργησαν με σκοπό την καταδολίευση του δημοσίου προς αποφυγή καταβολής των σχετικών τελών.
Η σχετική πρόνοια για ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων απαντάται στον περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62, που προβλέπει την ακύρωση της μεταβίβασης, η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχθεί. Αυτό επιτυγχάνεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ’ αποφάσεως πιστωτή στην αγωγή ή άλλη διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί. Με την παράδοση στον αρμόδιο Κτηματολογικό λειτουργό του διατάγματος του Δικαστηρίου που διατάσσει την ακύρωση της μεταβίβασης, αυτός προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες εγγραφές στα κτηματολογικά βιβλία προς συμμόρφωση με το διάταγμα, δηλαδή επανεγγραφή του ακινήτου στο δικαιοπάροχο. Με αυτό τον τρόπο, ο εξ’ αποφάσεως πιστωτής εγγράφει την απόφαση ως μέμο επί της ακίνητης περιουσίας, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής χρέους του εξ’ αποφάσεως χρεώστη, πρωτοφειλέτη ή εγγυητή.
Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε το ανωτέρω θέμα στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε ο Δικαστής κ. Ν. Σάντης στη ΠΕ 253/2014, ημερ. 5.12.2022, στην έφεση εγγυήτριας εναντίον της οποίας εκδόθηκε απόφαση ερήμην σε αγωγή που της επιδόθηκε από πιστωτικό ίδρυμα. Μεταβίβασε ακίνητο στη μητέρα της με δήλωση μεταβίβασης προς το Κτηματολόγιο ότι έγινε δυνάμει δωρεάς. Αυτή τη μεταβίβαση ακύρωσε με διάταγμα του Δικαστηρίου το πιστωτικό ίδρυμα ότι έγινε κακόπιστα, χωρίς αντάλλαγμα και με δόλια πρόθεση να εμποδιστεί από το να εισπράξει το χρέος. Μάλιστα η μεταβίβαση έγινε την ίδια ημέρα που το πιστωτικό ίδρυμα τερμάτισε τη λειτουργία των χρεωστικών λογαριασμών της πρωτοφειλέτιδας, με επιστολή προς αυτήν και τους εγγυητές της.
Η εκδοχή της δικαιοπάροχου και της δικαιοδόχου πρωτόδικα, μέσω ένορκης δήλωσης ήταν ότι η μεταβίβαση ήταν καλόπιστη και ναι μεν δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο ότι επρόκειτο για δωρεά, όμως στην πραγματικότητα επρόκειτο για μεταβίβαση δυνάμει ανταλλάγματος. Αυτό συνίστατο στο ότι η δικαιοδόχος εξόφλησε υφιστάμενο προβληματικό τραπεζικό χρέος της δικαιοπάροχου και κατέθεσε προς τούτο αποδεικτικά ότι υπήρξε σχετική πίστωση στο λογαριασμό της και η τράπεζα απάλλαξε την υποθήκη επί του ακινήτου. Ισχυρίζονταν ότι υπήρξε αντάλλαγμα και ότι η μεταβίβαση έγινε δυνάμει δωρεάς για να μην επωμιστούν τα τέλη μεταβίβασης, καθώς επίσης η δικαιοδόχος δεν γνώριζε ότι η δικαιοπάροχος εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, της οποίας ήταν διευθύντρια.
Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείουσες, δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος, εμποδίζονταν από το να προτάξουν ισχυρισμούς αντίθετους προς όσα δήλωσαν στο Κτηματολόγιο και δη πως η μεταβίβαση συντελέστηκε δυνάμει δωρεάς για να αποφύγουν τα τέλη μεταβίβασης και απορρίπτοντας τη μαρτυρία τους, ότι η μεταβίβαση δεν ήταν γνήσια και στόχευε στην παράνομη παρεμπόδιση του εξ’ αποφάσεως πιστωτή να εξασφαλίσει το λαβείν του. Έκρινε επίσης ορθή και την προσέγγιση να βασιστεί στο σκεπτικό της αυθεντίας Ορφανίδου ν. Ορφανίδη, εφαρμοζόμενο πιο επίκαιρα και σε άλλες περιστατικά δηλώσεων που εμπεριέχουν πιθανότητα καταδολίευσης δημόσιων προσόδων, που αντανακλά την επικρατούσα νομική τάξη.
Νομολογήθηκε ότι τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να διασφαλίσουν τη δημόσια πολιτική και η χρησιμοποίηση της επίδικης μαρτυρίας θα ισοδυναμούσε με χορήγηση ασυλίας στην παρανομία, πορεία που αντιστρατεύεται τη διασφάλιση του Κράτους Δικαίου. Θα ισοδυναμούσε, επίσης, με ενθάρρυνση της καταδολίευσης των δημοσίων προσόδων και θα επέτρεπε στους παρανομούντες να επωφεληθούν από την παρανομία τους.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα