Πολύμορφος, πολυειδής, «πολύτροπος», αλλά και τραγικά ακανθώδης η υπαρξιακή πορεία του ανθρώπου. Καθημερινά δοκιμάζεται, κρίνεται η διαλεκτική σχέση ήθους και πολιτείας. Καίρια η πολιτεία έχει αποξενωθεί από τις προγονικές αρετές, τις ηθικές αξίες.

    Κάτω από το προσωπείο της λεκτικής νομιμότητας υποκρύβονται και «λειτουργούν», αδιόρατα, η απληστία, η ασυδοσία, η πλεονεξία, η ιδιοτέλεια, η ανοχή και η ηθική συνενοχή στην οικονομική διαφθορά.

    Ο Πλάτωνας επικεντρώνεται στην ουσία του ανθρωπίνου όντος: Ο άνθρωπος, καθώς ισχυριζόμαστε, είναι ήμερο («ζώον»), αλλά όταν τύχει, («τυχόν»), ορθής παιδείας και «φύσεως ευτυχούς», αγαπά, («φιλεί»), να γίνεται το πιο θεϊκό και το πιο ήμερο ζώον, όμως, όταν δεν ανατραφεί «ικανώς και καλώς», γίνεται το πιο άγριο ζώον, από όσα γεννά η φύση. (Πλάτωνος, «Νόμοι», 765ε -766α).

    Ο πλατωνικός φιλοσοφικός στοχασμός διευρύνει το εκτόπισμα, τη συμβολή του ήθους στη διαμόρφωση και καλλιέργεια των θεσμών, των θεμελιωδών καταστατικών νόμων ενός κράτους, μιας πολιτείας, ως αδιάτρητων, ως αδιάβλητων θεμελίων στην ακεραιότητα μιας ευγενούς, ηθικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής, μιας δημοκρατικής πολιτείας, απόξενης σε κάθε χροιά, απόχρωση ολοκληρωτισμού…

    Η τραγικότητά μας, στη σχέση του ήθους με τις θεμελιώδεις αρχές και θεσμούς της πολιτείας, εδραιώνεται στην «ικανότητά» μας να εμπλουτίζουμε την τεχνοκρατική «πνευματικότητα», στο προτέρημά μας να διακρίνουμε επιδερμικά, επιφανειακά, με υποκειμενικότητα, το «δίκαιο», την «αρετή». Υποκριτικά εθελοτυφλούμε, όταν η ανοχή των πολιτών θριαμβεύει στην καταρράκωση, στην ευτέλεια των θεσμών της πολιτείας. Ακριβέστερα η ανοχή μετουσιώνεται σε ηθική συνενοχή.

    Σ’ αυτό το επίπεδο πρωτεύουμε ως πολίτες μιας θλιβερής πολιτείας, ως θιασώτες της σοφιστικής θέσης ότι η γωογόνος σχέση ήθους, έθους, συνήθειας, χαρακτήρα, πολίτη και πολιτείας εστιάζεται στη σοφιστική αρχή, ότι αρετή είναι η δύναμη του ισχυροτέρου, του συμφέροντος, του πλούτου, και το χείριστο στην ταύτιση της αήθους εκπαίδευσης με την ευήκοο Παιδεία του ήθους.

    Τις νοσηρές παρανυχίδες της τεχνοκρατικής εκπαίδευσης θα τις καθαίρουν τα τετράμηνα… Οι μωρόσοφοι άρχοντες, οι περίβλεπτοι εξουσιαστές, μπροστάρηδες, ρητόρευσαν, οι πολυγνώμονες, οι πνευματικοί, οι αρτίως πεπαιδευμένοι της «Παιδείας και του πολιτισμού»!…

    Πόσο τραγικός είναι ο «πνευματικός» άνθρωπος, ο εκ της ανάγκης συμβιβαζόμενος… Που σιωπά νιώθοντας βολεμένος  ή κολακεύει, για να βολευτεί… Που αναζωογονεί με «θρασύτητα» την «πνευματικότητά» του, κι εμφανίζεται υπέρμαχος μαχητής των θεσμών της πολιτείας, όταν νιώθει σιγουριά ότι δε θα εκτεθεί. «Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;» διερωτάται δραματικά η Σεφερική τραγικότητα…

    Τη διάσταση, το χάσμα μεταξύ ήθους και θεσμών της πολιτείας βιώνουμε και επιβεβαιώνουμε σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας. «Δικαίωση» των σοφιστών, του Θρασύμαχου (Πλάτωνος, «Πολιτεία» βιβλίο Α, 12 και 16), και του Καλλικλή (Πλάτωνος, «Γοργίας» 483d) συναντούμε σε διάλογό τους με τον Σωκράτη. Σύμφωνα με την σοφιστική θεώρηση: Το δίκαιο είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης!!…

    Την αίρεση, την ανατροπή της πιο πάνω σοφιστικής, της σχετικότητας των αξιών, μας δίνει ο Σωκράτης στις τέσσερις μορφές της αρετής, στους πλατωνικούς διαλόγους: ανδρεία, (Λάχης), σωφροσύνη, (Χαριμίδης), δικαιοσύνη, (Πολιτεία Α΄ και Κρίτων), και ευσέβεια, (Ευθύφρων). Ακατάπαυστος, λοιπόν, ο αγώνας, για να φτάσουμε στην αρετή, στην αρμονική σχέση ήθους και πολιτείας.

    Την ανάγκη μιας γόνιμης αυτογνωσίας, αυτοεποπτείας, επισημαίνει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος, θεωρώντας, προκρίνοντας την αλληλεξάρτηση ήθους και πολιτείας, ατομικής και ομαδικής ελευθερίας, ως κάτι το στενά συνυφασμένο, κι αλληλένδετο, σε μια ελεύθερη «εν λόγω», στα λόγια, και «εν έργω», στην πράξη, δημοκρατικής πολιτείας, («Η περιπέτεια μιας γενεάς»).

    Ο άνθρωπος χωρίς την οσιότητα της εναισίμου «αρετής», όπως την ενσαρκώνει το Σωκρατικό «δαιμόνιο», είναι το πιο ανόσιο, ανήθικο, το πιο άγριο από τα έμβια δημιουργήματα του φυσικού κόσμου, «ο δε άνθρωπος όπλα έχων φύεται φρονήσει και αρετή… και ανοσιώτατον και αγριώτατον άνευ αρετής», (Αριστοτέλους, Πολιτικά, Α-Β, 1253α, 34-36).

    Στην αυτόβουλη, την εκούσια υποταγή στο νόμο, κυρίως τον άγραφο, τον ηθικό, βρίσκει, ο πολίτης της κλασικής Αθήνας, τη συνείδηση, την απόδειξη ότι είναι ελεύθερος. (Θουκυδίδης, Βιβλίο Β΄, 37, 2, 3).

    Σήμερα άραγε να μιλήσουμε για συνειδήσεις, για Σωκρατική αυτογνωσία; Αλίμονο, συνειδήσεις… «κορδέλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια»! Στόχος της φενάκης, της πλανεύτρας πολιτείας, της αήθους χλιδής, η διαμόρφωση του απρόσωπου, του νεόπλουτου κοσμοπολίτη, του εγωπαθούς ανθρώπου της διαφθοράς.

    Δόλιο στόχαστρο, ανελεύθερο, η διασωλήνωση, η καταστολή του ελληνικού πνεύματος, ο εξοβελισμός της αρχαίας γραμματείας, και στην κορωνίδα η άμβλυνση, η εξουθένωση της κριτικής σκέψης, της παιδευτικής μάθησης, μιαίνοντας, ρυπαίνοντας την ενάρετο σύζευξη του ήθους με τους πάσης φύσεως θεσμούς της πολιτείας. «Μιλώντας για ελληνική παιδεία, μιλάμε για ήθος και ηθική της γλώσσας, για ποιότητα λόγου», (Γεώργιος Μπαμπινιώτης).

    Η ενσυνείδητος συμπόρευση ήθους και πολιτείας σημαίνει χρέος, αγωνιστική άθληση στο στίβο της Ολυμπίου ζωής. Εκεί όπου ο ορίζοντας γαληνεύει στο νανούρισμα της γλυκοφιλήτου, θαλάσσιας νηνεμίας, αναδύεται η ελπίδα, η Σεφερική Αφροδίτη, η Οδηγήτρα, η ενσάρκωση του θαύματος της ζωής, σύμβολο της Ομορφιάς, της Ιδέας, του Ονείρου.

    Όμως, το όνειρο εξανεμίζεται, το κάλλος μιας διάφανης, αμόλυντης, ασπίλου ζωής, ταπεινόφρονος υστεροφημίας, ρυπαίνεται, στο διάβα του παροδικού, του πεπερασμένου, του αλαζόνος ανθρώπου, στο στίγμα μιας πολιτείας αρχόντων, εθελοτυφλούσης, πάσχουσας, επηρμένης, αλαζονεύουσας, διαζευγμένης από το ήθος σε όλες τις βαθμίδες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, μιας πολιτείας συμφιλιωμένης με μια κενόδοξη, κενόφρονη, ρητορεύουσα υστεροφημία και κυρίως «υψηλόφρονη».

    Κι όμως είναι κι εκείνη η καίρια στιγμή της αποθέωσης, της κάθαρσης, με σύμβολο και παραστάτη την ταπεινόφρονα «αυτογνωσία», είναι η στιγμή της καταξίωσης του ευγενούς ήθους, της αρμονικής, της άρρηκτης σχέσης ήθους και πολιτείας.

*Φιλόλογος