Το μεταναστευτικό πρόβλημα βρέθηκε αναντίλεκτα στην ατζέντα των προεδρικών εκλογών, καθώς η Κύπρος καλείται να αντιμετωπίσει αυξημένες μεταναστευτικές ροές με τις αρμόδιες υπηρεσίες να εξετάζουν ένα μεγάλο αριθμό αιτήσεων ασύλου, δυσανάλογο του μεγέθους της χώρας μας και κατ’ επέκταση του αριθμού των μεταναστών που μπορεί να απορροφήσει.

Επιπρόσθετα, η ίδια η κυπριακή κοινωνία αντιδρά στη συνύπαρξη με τους μετανάστες, όχι κατ’ ανάγκην λόγω των χαρακτηριστικών της μικρής κοινωνίας που της καταλογίζουν, αλλά λόγω των πολιτισμικών διαφορών με τις χώρες προέλευσης των μεταναστών, κάτι το οποίο δεν αφορά το μέγεθος της χώρας. Επομένως, το ανθρωπιστικό σκέλος της υπόθεσης δίνει τη θέση του στην κουλτούρα, στον πολιτισμό και στις συνήθειες των λαών. Φυσικά, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στις πρόδηλα αβάσιμες αιτήσεις ασύλου και στους μετανάστες που έχουν πραγματικό δικαίωμα παραμονής, είτε στη χώρα μας, είτε αλλού˙ για τους τελευταίους, κράτη όπως το δικό μας, έχουν την υποχρέωση να τους φιλοξενήσουν σεβόμενα όλες τις αποφάσεις, τους κανονισμούς και τις οδηγίες υπερεθνικών οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, καθώς, η Τουρκία ευθύνεται σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό για τις μεταναστευτικές ροές στην Κύπρο. Με άλλα λόγια, η Τουρκία διοχετεύει τους μετανάστες, διαφόρων εθνικοτήτων -άρα εύκολα παρατηρείται η πρόσβαση και η διαχείριση των ροών από μέρους της- δια μέσου των κατεχομένων στις ελεύθερες περιοχές. Η πολυσυζητημένη εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού από την Τουρκία αποδεικνύεται και έχει απώτερο στόχο την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της χώρας μας, αλλά κυρίως θρέφει τις βλέψεις της για την ελεύθερη Κύπρο. Από την άλλη μεριά, η Κύπρος αποτελεί ελκυστικό προορισμό για τους παράτυπους μετανάστες, καθώς η εξέταση των αιτήσεων ασύλου διαρκεί μήνες και σε πολλές περιπτώσεις χρόνια. Αυτό συμβαίνει λόγω της αμηχανίας της κρατικής δομής μπροστά στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, ενώ, οι υπηρεσίες δεν ήταν έτοιμες να διαχειριστούν τον μεγάλο όγκο των αιτήσεων, γεγονός που μαρτυρείται από την πληθώρα αρμόδιων και συναρμόδιων υπηρεσιών που πρέπει να συμμετέχουν, να συνεργαστούν και να εξετάσουν όλες τις αιτήσεις, μια προς μια.

Σίγουρα, η δημιουργία Υφυπουργείου Μετανάστευσης θα βοηθήσει, εάν και εφόσον λειτουργήσει ως ομπρέλα κάτω από την οποία θα συντονίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες. Με διαφορετική διατύπωση, ένα τέτοιο Υφυπουργείο δεν θα μπορέσει να εξυπηρετήσει τη διαδικασία εάν απλά συσταθεί και προστεθεί στις υπηρεσίες που εξετάζουν τα εν λόγω αιτήματα. Πρέπει να λειτουργήσει συντονιστικά, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να επιλύει ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση των διακινητών, την εφαρμογή μιας πολιτικής επιστροφών ή απελάσεων σε όσους δεν έχουν δικαίωμα παραμονής, τους χώρους φιλοξενίας αλλά και την επανεξέταση των επιδοματικών και άλλων πολιτικών που εφαρμόζονται τη δεδομένη στιγμή. Επομένως, το μεταναστευτικό αποτελεί μια καυτή πατάτα στα χέρια του επόμενου Προέδρου, ο οποίος πρέπει να διαπραγματευτεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι ώστε η τελευταία να χρηματοδοτήσει την προσπάθεια διαχείρισης του μεταναστευτικού, τη στιγμή μάλιστα που η Κύπρος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και επωμίζεται το πρόβλημα στο σύνολό του. 

*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd