Γίνεται πολύς λόγος, καθόλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, για μια επανάσταση που διεξάγεται μέσω της υποψηφιότητας Χριστοδουλίδη. Δεν είναι παραλογισμός. Αφενός γιατί δεν είναι επιλογή των δύο μεγάλων κομμάτων, που παραδοσιακά καθορίζουν τον νικητή των προεδρικών εκλογών. Αφετέρου γιατί η «επανάσταση» είναι πράγμα σπάνιο για τη μικρή μας Κύπρο και γι’ αυτό αναζητείται διακαώς, μέσα στις επιλογές των πολιτών-ψηφοφόρων. Μα αποτελεί όντως μια «πολιτική επανάσταση» η επικράτηση του φαινομένου «Χριστοδουλίδη» ή είναι κατ’ ουσίαν μια επανάληψη της φάρσας, με υπόνοιες επιφανειακής αλλαγής;
Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό ούτε μπορεί να διατυπωθεί (προς το παρόν) πως ο Νίκος Χριστοδουλίδης είναι βαθιά διεφθαρμένος και όμοιος του Αναστασιάδη σε όλα τα ζητήματα. Ούτε ο Μαυρογιάννης είναι, μα πίσω του έχει το ΑΚΕΛ, άρρηκτο κομμάτι του διαπλεκόμενου κομματικού κατεστημένου και το 50% του λεγόμενου ΔΗΣΑΚΕΛ που ετοιμάζεται να χάσει τις προεδρικές εκλογές. Και ετοιμάζεται να τις χάσει, όχι γιατί ο Χριστοδουλίδης είναι αυτόφωτος, μα επειδή τα κόμματα άρχισαν και συνεχίζουν μια πτωτική πορεία και δεν έχουν στελέχη ή διάθεση για να πουν «ήμαρτον, τα κάναμε θάλασσα» και να αλλάξουν συμπεριφορά απέναντι στον λαό. Εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια, τα κόμματα εκλέγονται από τη μειοψηφία του κόσμου και αυτό δεν το καταλαβαίνει κανένας.
Οι γραμμές, λοιπόν, του παρόντος άρθρου σημειώνονται ως δυσαρέσκεια για αυτή την «επανάσταση» που ευαγγελίζονται πολλοί, αλλά δεν βλέπουμε ούτε προεκλογικά, ούτε μετεκλογικά, για αυτή την «επανάσταση των πολιτών» που δεν συμμετέχουν σε κάποια διεργασία, παρά μόνο επιλέγουν τον λεγόμενο λιγότερο κακό εκ των τριών που χρίστηκαν άτυπα «βασικοί» εις βάρος των υπολοίπων. Παρά μόνο χειροκροτούν ανθρώπους που δεν λένε κάτι διαφορετικό από όσα μας είπαν οι προηγούμενοι, ξανά και ξανά και ξανά –«η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα». Μια ιστορία που θέλουν να επαναλάβουν και οι εκλεκτοί του ΔΗΣΑΚΕΛ, Αβέρωφ Νεοφύτου και Ανδρέας Μαυρογιάννης, έστω κι αν μεγαλοστομιάζουν για τις ιδέες και τις απόψεις που νομίζουν πως είναι πρωτάκουστες.
Δεν μπορεί, δυστυχώς, να ονομαστεί επανάσταση αυτό που βλέπουμε στις δημοσκοπήσεις ή στις διαδικτυακές συζητήσεις. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, όσο ανεξάρτητος και αν είναι (δεν μπορεί να είναι, έχοντας διατελέσει δέκα χρόνια στην κυβέρνηση Αναστασιάδη και κουβαλώντας τα βαρίδια του ΔΗΚΟ, της ΔΗΠΑ, της ΕΔΕΚ και του… ανεπίσημου ΔΗΣΥ), δεν προκαλεί θεμελιώδεις αλλαγές σε αυτό που ονομάζουμε κυπριακή πραγματικότητα. Το ξέρει κι ο ίδιος, δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη λέξη, όσο κι αν προβάλλει την κυριαρχία του ως το θέλημα των απλών πολιτών. Ξέρει, όμως, πως δεν θα κάνει κάποια επανάσταση όταν εκλεγεί. Δεν ανατρέπει τίποτα, δεν προμηνύει αλλαγή ούτε στη διαχείριση του κυπριακού προβλήματος ούτε στην αντιμετώπιση της τουρκικής κατοχής ούτε ασφαλώς στην εσωτερική διακυβέρνηση, στα ζητήματα της οικονομίας, της άμυνας, της υγείας, του περιβάλλοντος, στα ενεργειακά. Εγγυάται πως θα διαχειριστεί τα πράγματα με άλλη φιλοσοφία, αλλά ως εκεί: Θα διαχειριστεί την παρακμή με πεντέξι υποσημειώσεις.
Εν ολίγοις, ελάχιστες μέρες πριν τις προεδρικές εκλογές, αξίζει να θυμηθούμε ότι στις 28 Ιανουαρίου 2018, η αποχή έφτανε το 28,6%, ποσοστό ρεκόρ για προεδρικές εκλογές στην Κύπρο. Ο Αναστασιάδης έχανε δεκάδες χιλιάδες ψήφους από το 2013, αλλά το πανηγύριζε, όπως και το ΑΚΕΛ, που έκοβε δεύτερο το νήμα με υποψήφιο τον Σταύρο Μαλά. Και αξίζει να σημειώσουμε ότι όσο δεν γίνεται κατανοητό πως οι αιρετοί άρχοντες δεν πείθουν τους πολίτες να συμμετάσχουν στις δημοκρατικές διαδικασίες, δεν μπορεί να υφίσταται ούτε καν συζήτηση για κάποιου είδους «επανάσταση», ειδικά όταν όσοι ψηφίζουν, επιλέγουν την ασφάλεια των κομματικών στρατοπέδων και της στιγμιαίας εκλογικής επικράτησης, μια άρρωστη εμφυλιοπολεμική συμπεριφορά που ξεκινά από τα γραφεία των κομμάτων και ολοκληρώνεται στον τελευταίο ψηφοφόρο –«για ένα ποσοστό, όπλα αρπάξαν σ’ ένα εμπόριο άδικο / ό,τι αυθεντικό, πώς το πετάξαν μέσα στο σκυλάδικο». Ποια επανάσταση; Μάλλον εμφύλιος.