
Ο πόλεμος στην Ουκρανία διαρκεί ήδη ένα χρόνο και δεν διαφαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, ότι οι εχθροπραξίες θα τερματιστούν σύντομα. Η ρωσική εισβολή ήταν ξεκάθαρα μια απόφαση του Προέδρου Putin, ενός αυταρχικού ηγέτη, ο οποίος δρα με βάση τα ένστικτα που γεννά ένα απολυταρχικό καθεστώς, γι’ αυτό και η βασική του θέση για την ταυτότητα των Ουκρανών ήταν αυτή του μηδενισμού και της απολυτότητας, ότι δηλαδή ένα τέτοιο έθνος δεν υφίσταται. Δυστυχώς, για τον ίδιο, ενώ, ιστορικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κράτη στα οποία αναφερόμαστε ή ακόμα και κάποια άλλα, όπως, η Λευκορωσία, είναι συσχετιζόμενα για λόγους κουλτούρας και πολιτισμού, κατάφερε με τη βαρβαρότητα του πολέμου να ενισχύσει την εθνική συνείδηση των Ουκρανών, οι οποίοι πολεμούν για την ουκρανική τους ταυτότητα και την εθνική τους ελευθερία. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι, δυστυχώς, ο πόλεμος διεξάγεται ανάμεσα σε λαούς συγγενικούς στην αυλή της Ευρώπης.
Επιπρόσθετα, ο Ρώσος Πρόεδρος κατάφερε να αναβιώσει το κατά Macron «εγκεφαλικά νεκρό ΝΑΤΟ», το οποίο μάλιστα, όχι μόνο ενισχύθηκε, αλλά είναι έτοιμο να δεχθεί και άλλες, ουδέτερες δυνάμεις, όπως η Σουηδία και η Φιλανδία, οι οποίες δηλώνουν το ενδιαφέρον τους για ένταξη στη Συμμαχία. Επομένως, η σύγκρουση με τη Δύση είναι σφοδρή, καθολική και ασυγκράτητη. Εδώ, έρχεται να προστεθεί μια εξίσου σοβαρή και σημαντική παράμετρος, η οποία αφορά την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γενικότερα των ευρωπαϊκών χωρών ως προς το ρώσικο φυσικό αέριο. Η εισβολή στην Ουκρανία έφερε ξανά την Ευρώπη μπροστά στην αναγκαιότητα για διαφοροποίηση των πηγών στα ορυκτά καύσιμα, κάτι που σταδιακά βλέπουμε να πράττει εις βάρος φυσικά της Ρωσίας και των ενεργειακών της προϊόντων. Βέβαια, η δυσμενής θέση του Προέδρου Putin διαφαίνεται κυρίως και από την αδυναμία του ρωσικού στρατού να κερδίσει τον πόλεμο, καθώς διαφάνηκε ότι η στρατιωτική ισχύς της Ρωσίας είναι σχετική και το μόνο που θεωρητικά της απέμεινε είναι η απειλή της χρήσης των πυρηνικών όπλων.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο πόλεμος αυτός θα τερματιστεί σύντομα ή αν θα έχουμε μια συνεχιζόμενη εχθροπραξία πολλών ετών. Σίγουρα, το κλειδί βρίσκεται, εν πολλοίς, στη Ρωσία και στα χέρια του Προέδρου Putin. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος μπορεί να τερματιστεί, είτε δια του Ρώσου Προέδρου ή/και του ρωσικού στρατού, ο οποίος δε φαίνεται τελικά να διαθέτει τις πολυδιαφημιζόμενες αντοχές του, είτε δια της ήττας των Ουκρανών. Όσον φορά το στρατό, πρέπει να ειπωθεί ότι μετά την ανακατάληψη από τους Ουκρανούς κάποιων περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας, αλλά κυρίως της Χερσώνας, το ηθικό του ρώσικου στρατού είναι χαμηλό, χώρια της αναγκαστικής επιστράτευσης, σε αντίθεση με το ηθικό των Ουκρανών στρατιωτών και άλλων εθελοντών, το οποίο παραμένει υψηλό.
Εν κατακλείδι, είναι σημαντικό να δούμε τη θέση της Ελλάδος και της Κύπρου υπό το πρίσμα του ουκρανικού προβλήματος, καθότι, τα δυο κράτη του ελληνισμού καλούνται να αντιμετωπίσουν την αναθεωρητική Τουρκία, ένα κράτος, το οποίο διαθέτει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη Ρωσία του Putin. Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρώτον, ορθώς εναρμονιστήκαμε με την καταδικαστική στάση της Ευρώπης και γενικότερα της Δύσης έναντι της ρωσικής εισβολής. Δεύτερον, ορθώς στηρίζουμε την διεκδικητικότητα των Ουκρανών, καθώς σε μια αντίστοιχη κλιμάκωση στα ελληνοτουρκικά θα χρειαστούμε τη στήριξη των Συμμάχων. Φυσικά, στις διεθνείς σχέσεις, ο καθένας πολεμά τον δικό του πόλεμο χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν.
*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd