Είπαμε εδώ που φτάσαμε, για το καλό του Πολιτισμού, να δώσουμε τόπο στην οργή για την αστοχία, να το χωνέψουμε και να πιστώσουμε με χρόνο τον νέο Υφυπουργό. Άλλωστε, όπως είπε κι ο ίδιος σε τηλεοπτική εκπομπή σε μια αποστροφή του λόγου του «δεν είμαστε και τελείως άσχετοι».
Πράγματι. Μουσικός είναι, κάποια σχέση θα έχει με τον χώρο, δεν μπορεί. Αυτός άλλωστε ήταν κι ο κύριος λόγος που τον επέλεξε ο Πρόεδρος. Συν το ατράνταχτο προσόν, βέβαια, ότι είναι φιλαράκια από το 1998. Αυτό το εμπεδώσαμε, γιατί το επαναλαμβάνει περήφανα όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ο Μιχάλης Χατζηγιάννης. Το υπογραμμίζει σχεδόν σε κάθε του δημόσια τοποθέτηση. Κι ως γνωστόν, στη φιλελεύθερη δημοκρατία και στο σύγχρονο κράτος δικαίου που ζούμε αν δεν διορίσεις υφυπουργό τον φίλο σου -ανεξαρτήτως πτυχίων- ποιον θα διορίσεις; Τον εχθρό σου;
Τέλος πάντων, είπαμε να τα καταπιούμε όλα αυτά και να αποδεχτούμε τα τετελεσμένα, να κυλήσουμε το καροτσάκι μας μέχρι παρακάτω. Έλα, όμως, που οι εξελίξεις δεν μας αφήνουν ν’ αγιάσουμε! Εξάλλου, έχουμε και το «OK» από τον Πρόεδρο, που μάς προέτρεψε να τον κρίνουμε αυστηρά. Ε, ας το κάνουμε λοιπόν. Δεν γίνεται όλα τα μέτωπα στον πολιτισμό να είναι ανοιχτά και οι άνθρωποι του τομέα, δηλαδή η ατμομηχανή του, να νιώθουν ότι εκεί που τους χρωστούσαν πάνε να τους πάρουν και το βόδι. Υπάρχει μια –συντονισμένη;- απόπειρα απαξίωσης των επιφυλασσόμενων, ωσάν να μην έχουν λόγο και δικαίωμα να εκφέρουν άποψη και να είναι απαιτητικοί και διεκδικητικοί πάνω σε αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή τους. Κι αυτό ρίχνει ακόμη περισσότερο λάδι στη φωτιά.
Όταν ο ίδιος ο Υφυπουργός επιχειρεί να υποβιβάσει τις αντιδράσεις αποδίδοντάς τες στην «κερκίδα του facebook», αυτό δείχνει ότι όσο καιρό φοράει το κοστούμι μυρωδιά δεν έχει πάρει για την κατάσταση πραγμάτων στον τομέα του. Δικαιώνει όσους τον θεωρούν «αλεξιπτωτιστή» και μαθητευόμενο τεχνοκράτη- στου κασίδη το κεφάλι. Όχι, δεν είναι το φθονερόν των γειτόνων όμμα που φταίει για την καταβοή. Συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για τις επιφυλάξεις και το λιγότερο που είχε να κάνει ήταν να τις αφουγκραστεί και να προσπαθήσει –με πράξεις- να τις κατευνάσει.
Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του οι σύμβουλοί του, αντί να τον προτρέψουν να κινηθεί προς την πηγή, δηλαδή να γνωρίσει την καλλιτεχνική δράση εκεί που επιτελείται, προσπαθούν με τόσο άτσαλο τρόπο να τον παρουσιάσουν ως κάποιον που δεν είναι. Πρέπει να πάει ο Μωάμεθ στο βουνό. Πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο. Αυτό είναι δύσκολο και θα μείνει ακατόρθωτο αν μας πλασάρεται κι ως θεράπων του λόγου.
Για παράδειγμα, αυτά τα περί «ανεκλάλητης χαράς» τι τα ήθελε; Αμ τα άλλα, ότι ο πολιτισμός είναι «κολυμπήθρα εμπειρίας και γνώσης»; Ή όταν είπε ότι ο «Πολιτισμός είναι η τέχνη της φύσης να δημιουργεί ελεύθερα και η δεινότητα του ανθρώπου στην ευτυχία»; Πώς είπατε; Συνεχίζει κατά ριπάς τις σιβυλλικές τοποθετήσεις και τις περισπούδαστες κοτσάνες για ν’ αποδείξει τι ακριβώς; Ότι είναι επιδέξιος χειριστής της ελληνικής γλώσσας; Ότι αρκεί το πανεπιστήμιο της ζωής και της σουξεδοποιίας για την καλλιέργειά μας; Έχει κόμπλεξ και προσπαθεί να αντισταθμίσει το γεγονός ότι υπολείπεται σε τυπικά προσόντα και του τελευταίου κλητήρα του Υφυπουργείου; Έτσι πιστεύει ότι θα κολλήσει το ραγισμένο γυαλί; Ή μήπως επιστρατεύει φληναφήματα και αερολογίες για να κρύψει την ελλιπή του γνώση και δαημοσύνη πάνω στα θέματα ουσίας- που είναι πολλά και φλέγοντα;
Ας επαναλάβουμε λοιπόν ότι δεν είναι τα τυπικά του προσόντα το πρόβλημα, αλλά τα ουσιαστικά. Ίσα- ίσα, ο διορισμός του είναι κι ένα… μήνυμα παρηγοριάς σε τόσους και τόσους «απόφοιτους λυκείου», τους αδιαβάθμητους καλλιτέχνες του θεάτρου, της μουσικής, του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Αν πάλι δεν έχει σκοπό να κολλήσει το γυαλί, αλλά να επιτεθεί κατά μέτωπο ή να αμυνθεί βγάζοντας αγκάθια σαν τον σκαντζόχοιρο προσωποποιώντας το ζήτημα, τότε πολύ φοβάμαι ότι δεν θα βγάλει ούτε τον Μάρτη ως υφυπουργός.
Σε κάθε περίπτωση, δεν θα έπρεπε να είναι το ζητούμενο η δικαίωσή του, η υπεράσπισή του, ή το ρετουσάρισμα του πολιτικού του προφίλ. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να είναι υπεράνω μιας ολόκληρης κοινότητας. Από τη στιγμή που ορκίστηκε Υφυπουργός, ο θεσμός προηγείται του προσώπου. Δεν είναι πια ο Χατζηγιάννης, είναι ο πολιτικός προϊστάμενος του τομέα του Πολιτισμού. Κι αυτό το ωμίζεται όπου πάει.
Είναι μ’ αυτή του την ιδιότητα που θα έπρεπε να ξεκινήσει εξορμήσεις σε θεατρικές σκηνές, χώρους συναυλιών και χορού, σε παρουσιάσεις βιβλίων, εργαστήρια και γκαλερί. Η καλλιτεχνική κοινότητα έχει ανάγκη τον θεσμό δίπλα της, γιατί είδε κι έπαθε μέχρι να δημιουργηθεί. Ίσως έτσι πάρει μυρωδιά και τι συμβαίνει, ίσως να εκτιμήσει περισσότερο τους καλλιτέχνες και τον αγώνα τους. Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν ο πρώτος που θ’ αντιδρούσε και θ’ απαντούσε δεόντως στα περί «βαρύγδουπων» που «αυτοπροσδιορίζονται ως οι άνθρωποι του πολιτισμού». Διότι η απαξίωση της καλλιτεχνικής κοινότητας συνεπάγεται κατά προέκταση και απαξίωση της ίδιας της ιδιότητας που υπηρετεί. Αν είναι έτσι τα πράγματα, τι το θέλαμε το υφυπουργείο για τον Πολιτισμό; Και πολύ του ήταν που τον είχαμε παραπεταμένο και διάσπαρτο στα Υπουργεία Παιδείας, Μεταφορών, Ενέργειας.
Το να παρουσιάζονται τα ψίχουλα που δίνονται στον τομέα ως «τεράστια ποσά που στην πραγματικότητα αφορούν πολύ λίγους» είναι άνω ποταμών. Ο προϋπολογισμός του φτάνει στο 2% των προϋπολογισμών χαρτοφυλακίων όπως της Παιδείας ή της Υγείας. Κι αν ακόμη κι αυτά τα ψίχουλα πολλές φορές οδηγούνται στους καπάτσους των αιτήσεων και τους επαγγελματίες κρατικοδίαιτους, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τη δρομολόγηση πολιτικών που θα απογαλακτίσουν τον πολιτισμό από τις χορηγίες. Αν και κατά κανόνα, το κράτος και η κοινωνία παίρνουν πίσω και με το παραπάνω όσα επενδύουν εκεί.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι ένα καλομαθημένο κλειστό κλαμπ. Έφαγαν τα χρόνια τους για να καταρτιστούν, μόνο και μόνο από αγάπη και πάθος για το αντικείμενό τους. Στερούνται για δεκαετίες τα αυτονόητα και το κράτος στην πράξη εξακολουθεί να τους έχει γυρισμένη την πλάτη.
Ελεύθερα, 19.3.2023