Πριν από μερικές εβδομάδες η διοίκηση ενός από τα τέσσερα «μεγάλα» ελεύθερα θέατρα του πάλαι ποτέ Σχεδίου Γ’ ενημέρωσε τους συντελεστές της νέας παραγωγής ότι τα κουκιά δεν βγαίνουν. Όσοι ενδιαφέρονταν να παραμείνουν στο άρμα έπρεπε να πληρώσουν μόνοι τους τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Δεν συζητάμε καν, βέβαια, για Ταμεία Προνοίας, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κι άλλα στοιχειώδη ωφελήματα.

Όπως και να ‘χει, είναι μια απαράδεκτη και παράνομη απόφαση. Σε περίπτωση που δεν το ξέρατε, οι ηθοποιοί κάνουν αυτό που αγαπούν, αλλά είναι κι αυτοί εργαζόμενοι. Και για να έχουν την ευχέρεια να κάνουν το «ψώνιο» τους, πρέπει πρώτα να βιοπορίζονται. Ας μην ψέξουμε όμως τον συγκεκριμένο Οργανισμό που υποχρεώθηκε να αναπροσαρμόσει το οικονομικό του πλάνο. Ας μην ξεχνάμε ότι όλα τα σχήματα που έχουν μόνιμη στέγη και ετήσιο προγραμματισμό λαμβάνουν πλέον ανά ξεχωριστή παραγωγή τα ολοένα και λιγότερα χρήματα της επιχορήγησης.

Το αποτέλεσμα είναι το εξής: Το Θέατρο Σκάλα περνά τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του, συρρικνώνει τις εργασίες του και προσπαθεί να επιπλεύσει μ’ έναν ασήκωτο οικονομικό βραχνά στην πλάτη. Το Θέατρο Ένα τραβά κι αυτό ζόρια κι έχει τοποθετήσει ταμπέλα στην είσοδο υποστηρίζοντας ότι δέχεται πόλεμο από τη διοίκηση του ΘΟΚ. Η ΕΘΑΛ κρίνει ότι αποτελεί πολυτέλεια να έχει καλλιτεχνικό διευθυντή (!) κι έχει παγιδευτεί σ’ ένα λογιστικό εφιάλτη για να βγάλει τη χρονιά και να καλύψει παλιότερα χρέη. Το Σατιρικό βράζει κι αυτό στο ίδιο καζάνι, άσχετα αν χάνει το δίκιο του επιλέγοντας να εντάξει στην επιχειρηματολογία του τη λογική «ο ΘΟΚ μας ζηλεύει». Όσο για σχήματα όπως ο Διόνυσος και το Ανεμώνα, μπορεί να πήραν κάποιες ανάσες με αύξηση της επιχορήγησης, όμως τυχόν εφησυχασμός μπορεί να τους χαντακώσει από τη μια μέρα στην άλλη.

Είναι σαφές ότι η φιλοσοφία του Σχεδίου Θυμέλη περιέχει πολλές αντιφάσεις. Μια μεγάλη είναι η εξής: αφενός μετρά γερά στη ζυγαριά το κριτήριο της μόνιμης έδρας ενός θεατρικού Οργανισμού, αλλά αδιαφορεί για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να τη συντηρήσει κατά τις περιόδους που δεν εργάζεται πάνω σε μια εγκεκριμένη για χορηγία παραγωγή. Επίσης, όπως δικαίως φωνάζουν οι Οργανώσεις των ηθοποιών, μοιάζει να ενθαρρύνει την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στο θέατρο εφόσον η συλλογική σύμβαση και βασικά δικαιώματα έχουν καταντήσει πλέον ανέκδοτο.

Η πιο κραυγαλέα, όμως, κατά τη γνώμη μου αντίφαση είναι ότι πλασάρεται το σχέδιο ως μέσο καλύτερης οργάνωσης και συγκρότησης ποιοτικών προτάσεων, όπως και βελτίωσης του θεατρικού πεδίου «μέσα από την ανάπτυξη υγιούς συναγωνισμού», αλλά ο ίδιος ο ΘΟΚ φυλάει για τον εαυτό του τη μερίδα όχι του λέοντος, αλλά του τυραννόσαυρου ρεξ. Οι ετήσιες παραγωγές του κρατικού θεάτρου ουσιαστικά επιχορηγούνται με υπερδιπλάσιο ποσό απ’ ό,τι οι δεκάδες παραγωγές του ελεύθερου θεάτρου μαζί. Και μάλιστα χωρίς τον μπαμπούλα που λέγεται ΕΑΠ (Επιτροπή Αξιολόγησης Παραστάσεων).

Εννοείται ότι ο ΘΟΚ ως κρατικό θέατρο και Ημικρατικός Οργανισμός  με στόχο την προαγωγή της θεατρικής τέχνης και την καλλιέργεια του καλλιτεχνικού συναισθήματος πρέπει να έχει την οικονομική άπλα για να υπηρετεί απερίσπαστος τους στόχους του. Κι εννοείται ότι πρέπει να έχει την ευχέρεια να αμείβει καλύτερα τους καλλιτέχνες, ανταποκρινόμενος και στις συμβατικές υποχρεώσεις για κάλυψη των ωφελημάτων τους. Δεν γίνεται όμως να αναγνωρίζει κατά το δοκούν τον θεσμικό του ρόλο για τη θεατρική ανάπτυξη. Να αισθάνεται, δηλαδή, ότι έχει επιτελέσει το ρόλο του φιλελευθεροποιώντας τη θεατρική «αγορά» και να νίπτει μετά τας χείρας του για τις συνθήκες που επικρατούν κατά τον διαμοιρασμό της πίτας στους υπόλοιπους. 

Από πλευράς ποιότητας κάτι ωραίο πάει να γίνει στο ελεύθερο θέατρο. Το πρώτο βήμα έγινε. Πλέον το πράγμα «φωνάζει», ότι είναι επιβεβλημένη μια θεσμική αναρρύθμιση και μια γενναιότατη αύξηση της επιχορήγησης. Διαφορετικά οι πιέσεις θα δημιουργήσουν κραδασμούς και απώλειες που ίσως αποδειχτούν ασήκωτες και στο τέλος μπορεί να χυθεί η καρδάρα.