Το κράτος, στα πλαίσια της πολιτικής του για στέγαση των προσφύγων, παραχωρεί άδεια για τη χρήση κατοικιών ή διαμερισμάτων σε εκτοπισθέντες, με σκοπό τη στέγαση αυτών και των μελών της οικογένειας τους. Η άδεια αφορά μόνο το συγκεκριμένο πρόσωπο που είναι αδειούχο και περιλαμβάνει τα μέλη της οικογένειας που διαμένουν μαζί του. Τα τέκνα που αποκαταστάθηκαν και δεν διαμένουν με τους γονείς τους, πολύ περισσότερο εάν παραχωρήθηκε και σε αυτούς κατοικία ή διαμέρισμα, δεν έχουν δικαίωμα χρήσης της στέγης των γονέων τους όταν αυτοί πεθάνουν.

Η άδεια χρήσης είναι προσωπική, λήγει με τον θάνατο των γονέων, δεν κληρονομείται στα τέκνα και το ακίνητο περιέρχεται στη Δημοκρατία για να παραχωρηθεί σε άλλο δικαιούχο πρόσωπο. Στην περίπτωση που τέκνο παρακρατεί ακίνητο, μετά που οι γονείς του δεν βρίσκονται στη ζωή, ενεργεί παράνομα και επεμβαίνει στην κατοικία. Η Δημοκρατία, μετά από ειδοποίηση και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, αποτείνεται στο Δικαστήριο και εξασφαλίζει διατάγματα έξωσης και παράδοσης της κατοχής της κατοικίας.

Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης κρίθηκε ότι διέπραξε τέκνο προσφύγων, παρακρατώντας την κατοχή διαμερίσματος σε κυβερνητικό οικισμό και αρνούμενο να παραδώσει την κατοχή του στη Δημοκρατία, μετά που οι γονείς του έπαυσαν να βρίσκονται στη ζωή. Η Διοίκηση απέρριψε την αίτησή του για παραχώρηση άδειας χρήσης και καταχώρησε αγωγή εναντίον του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, στην αγωγή που καταχώρησε ο Γενικός Εισαγγελέας, εξέδωσε αναγνωριστικά διατάγματα ότι το τέκνο δεν είχε κανένα δικαίωμα να επεμβαίνει, εισέρχεται, κατέχει, διαμένει και/ή να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο το διαμέρισμα. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα για την έξωση του και την παράδοση της ελεύθερης και κενής κατοχής του διαμερίσματος και ότι απαγορευόταν σε αυτόν ή/και στους αντιπρόσωπους του να επεμβαίνουν σε αυτό.

Στα πλαίσια της έφεσης του τέκνου, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην Π.Ε.12/2015, ημερ.3.4.2023, υπέδειξε ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης βασίζεται στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, κρίθηκε ότι ο ενάγων και στην προκειμένη περίπτωση η Κυπριακή Δημοκρατία ως ενάγοντας, έχει το βάρος απόδειξης ότι ο εναγόμενος επέδειξε συμπεριφορά που συνιστά παράνομη είσοδο σε ακίνητη περιουσία ή προκάλεσε ζημιά ή παρέμβηκε στην περιουσία. Με την απόδειξη ότι υπήρξε παράνομη επέμβαση στην περιουσία, γεγονός που πέτυχε η Δημοκρατία, το βάρος απόδειξης μεταφέρθηκε στον εναγόμενο να αποδείξει ότι η παρέμβασή του δεν ήταν παράνομη.

Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η χορήγηση άδειας χρήσης της επίδικης περιουσίας εντάσσεται στην πολιτική του κράτους για στεγαστική αποκατάσταση των εκτοπισθέντων. Συνεπώς, αποτελεί λειτουργία που προάγει δημόσιο σκοπό και, ως τέτοια, εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η άδεια χρήσης δεν δημιουργεί ιδιοκτησιακά ή εμπράγματα δικαιώματα στον αδειούχο. Σχετική παραπομπή έγινε στους όρους της συμφωνίας άδειας χρήσης, όπου αναφέρεται ότι η περιουσία θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για διαμονή από τον δικαιούχο και την οικογένεια του και ότι ο αδειούχος δεν θα εκχωρεί την άδεια ή υπομισθώνει την περιουσία σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ότι με τη λήξη της άδειας χρήσης, ο αδειούχος υποχρεούται να παραδώσει την περιουσία στον ιδιοκτήτη, μαζί με τις βελτιώσεις που έγιναν σε αυτή.

Επιπρόσθετα, έκρινε ότι οι όροι της συμφωνίας άδειας χρήσης εννοούν ότι η άδεια δόθηκε αποκλειστικά στον δικαιούχο, χωρίς να δημιουργείται οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα στο επίδικο διαμέρισμα. Η ενέργεια του εφεσείοντα, μετά το θάνατο των γονιών του, να αποταθεί στη διοίκηση για να του παραχωρηθεί άδεια χρήσης του διαμερίσματος, προτού ακόμα του αποσταλεί η ειδοποίηση εκκένωσης του, υποδηλώνει ότι και ο ίδιος δεν θεωρούσε ότι ήταν αδειούχος. Δεν ήταν συμβαλλόμενος στη συμφωνία άδειας χρήσης και δεν καταδείχθηκε ότι διαφοροποίησε τη θέση του, ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης συμπεριφοράς της Διοίκησης, προς βλάβη του.

Οι απαιτήσεις που ο εφεσείων πρόβαλε αναφορικά με τη μεταβίβαση της άδειας προς αυτόν και την παράλειψη της Διοίκησης να ανταποκριθεί στο αίτημα του, αποτελούσαν θέματα δημοσίου δικαίου, τα οποία δεν μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια της αγωγής. Τονίστηκε ότι η επίδικη άδεια ορθά κρίθηκε ότι τερματίστηκε αυτοδικαίως με το θάνατο της μητέρας του, που ήταν αδειούχα και δεν απαιτείτο γνωστοποίηση για την ανάκληση, εφόσον με τον θάνατο της έπαυσε να ισχύει. Ως αποτέλεσμα, η έφεση κρίθηκε αβάσιμη και απορρίφθηκε.

* Δικηγόρος στη Λάρνακα