Η διαπίστωση της αποκλιμάκωσης της ελληνοτουρκικής κρίσης είναι ορθή, αληθής και βέβαιη. Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον η αλλαγή της τουρκικής στάσης έναντι της Ελλάδος και της Δύσης ευρύτερα, τόσο σε ρητορικό επίπεδο, όσο και επί του πεδίου, είναι μια αναγκαστική και κυρίως πρόσκαιρη συμπεριφορική τακτική λόγω, πρώτον, των επικείμενων εκλογών στην Τουρκία και δεύτερον, λόγω των μερικών δεκάδων δισεκατομμυρίων που απαιτούνται για την ανοικοδόμηση των σεισμόπληκτων περιοχών. Με άλλα λόγια, ο Τούρκος πρόεδρος φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι εν μέσω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα και στο πλαίσιο της διαχείρισης των συνεπειών που προκάλεσαν οι φονικοί σεισμοί, οι εθνικιστικές, νεοθωμανικές και άλλες εξάρσεις δεν συνάδουν με την παρούσα κατάσταση. Αυτή φαίνεται να είναι και η συλλογιστική που ακολούθησε όταν δήλωνε πως το κλίμα που επικρατεί τον τελευταίο καιρό μεταξύ των δυο χωρών μπορεί να αξιοποιηθεί για την επίλυση των προβλημάτων που υπάρχουν στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Φυσικά, το σημαντικότερο από τα λεγόμενά του είναι η στροφή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα στρατηγικό στόχο για την Τουρκία.

Το ίδιο αποκαλυπτικός ήταν και ο Ibrahim Kalim, εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας, ο οποίος σε συνέντευξή του επεσήμανε τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και διαπίστωσε την αποκλιμάκωση. Παρόλα αυτά, οι ελιγμοί της τουρκικής διπλωματίας είναι αρκετά ισχυροί κι αυτό αντικατοπτρίζεται στην αναφορά του Kalim για την ύπαρξη μηχανισμού εξομάλυνσης των σχέσεων Ελλάδος – Τουρκίας, ο οποίος δημιουργήθηκε πριν τους φονικούς σεισμούς. Αν ωστόσο παρακολουθήσει κανείς πρότερες δηλώσεις του Kalim θα διαπιστώσει ότι ο ίδιος ζήτησε πολλές φορές δημόσια την απόσυρση των στρατιωτικών, ακόμα και των αστυνομικών δυνάμεων από τα ελληνικά νησιά. Κάτι τέτοιο, προφανώς, δεν συνάδει με την προ σεισμών απόφαση για τον μηχανισμό εξομάλυνσης. Επιπρόσθετα, το πολιτικό προσωπικό της τουρκικής κυβέρνησης φαίνεται να προκαλεί αρκετές αντιφάσεις, καθότι, έστω ότι ο Τούρκος πρόεδρος θέλει να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Δύση, ο Kalim έρχεται να τον διαψεύσει λέγοντας ότι οι δυο χώρες μπορούν να τα βρουν μεταξύ τους, προωθώντας τον διμερή διάλογο, χωρίς μεσάζοντες, αναφερόμενος στην Washington, στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες. Φυσικά, το ένα δεν αναιρεί το άλλο, ωστόσο, η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να αυτοαναιρείται ούτε στα πιο επιμέρους σημεία της.

Σε κάθε περίπτωση, αν και η αποκλιμάκωση της κρίσης είναι σαφώς υπαρκτή, η ελληνική διπλωματία δεν μπορεί να αναμένει εντυπωσιακά αποτελέσματα, καθότι οι πάγιες θέσεις της Τουρκίας είτε για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, είτε για τη συνεχή υποστήριξη στο δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας, είτε η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος, παραμένουν στη συζήτηση χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση. Άλλωστε, η Τουρκία αποτελεί ένα εξαιρετικά προσηλωμένο κράτος στην αναθεωρητική του ρητορική, μη αποδεχόμενο τα στοιχειώδη και βασικά σημεία του Διεθνούς Δικαίου˙ γι’ αυτό και θα είναι πολύ δύσκολο να οπισθοχωρήσει σε διαχρονικές της θέσεις, οι οποίες πηγάζουν μέσα από την ιστορία και το γενικότερο προφίλ της  χώρας. Άρα, η αποκλιμάκωση της κρίσης ενδέχεται να μην εμπίπτει ούτε στα όρια του μύθου, ούτε της πραγματικότητας, αλλά στα όρια μιας πρόσκαιρης, αναγκαστικής ηρεμίας την οποία της επέβαλαν οι επικείμενες εκλογές, οι φυσικές καταστροφές και η ανάγκη για οικονομική υποστήριξη από τη Δύση.

*Πολιτικός επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd