Η σύγκρουση του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα με τον Γενικό Ελεγκτή είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης ερμηνείας των φορέων των θεσμών κατά το δοκούν, σε ένα κράτος που από το 1963, ο καθένας από τους θεσμικούς άρχοντες ή σχεδόν ο καθένας, κάνει ότι θέλει και ερμηνεύει τις πράξεις του, κατά το εκκλησιαστικό, «τα καλά και συμφέροντα τας ψυχάς ημών». Εσχάτως είχαμε το ζήτημα που προκάλεσε την αντίδραση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, δηλαδή καταγγελία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας εναντίον του με την οποία διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι, ενώ ήταν δικηγόρος συγκεκριμένου προσώπου που απασχόλησε την ΥΚΑΝ, πριν αναλάβει αξίωμα, και ο οποίος κατά το 2021 εκπροσωπείτο σε υπόθεση από το δικηγορικό του γραφείο, ανέστειλε την υπόθεση το 2022, ενώ αναφορά γίνεται στο όνομα του τέως διοικητή της ΥΚΑΝ, Μιχάλη Κατσουνωτού. Εκ μέρους της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ο Μάριος Πετρίδης δήλωσε πως, συνολικά τις τελευταίες δύο εβδομάδες, αποστάλθηκαν τέσσερις καταγγελίες που αγγίζουν την Νομική Υπηρεσία. Και εξήγησε: «Η Υπηρεσία έλαβε και προώθησε πριν από δυο εβδομάδες στην Αρχή κατά της Διαφθοράς, καταγγελία που περιλαμβάνει ισχυρισμούς που αφορούν την συμπεριφορά του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για την υπόθεση του μαύρου βαν. Την περασμένη εβδομάδα στάλθηκε και δεύτερη επιστολή η οποία περιλαμβάνει τρεις ξεχωριστές υποθέσεις. Η πρώτη άπτεται διερεύνησης σοβαρής μορφής φορολογικών θεμάτων εταιρείας συμφερόντων προσώπων που ασκούν δημόσια επιρροή. Αυτή η υπόθεση αποτελεί εύρημα ελέγχου της Υπηρεσίας μας και είχε εντοπιστεί στο πλαίσιο ελέγχων για τα χρυσά διαβατήρια. Η δεύτερη υπόθεση αφορά κατ’ ισχυρισμό κατάχρηση εξουσίας ως προς την αναστολή ποινικών διώξεων του κοινού ποινικού κώδικα. Πρόκειται για αυτή που είδε σήμερα (23.05.2023) το φως της δημοσιότητας. Η τρίτη υπόθεση είναι για παρόμοιας φύσεως». Ταυτόχρονα ο κ. Πετρίδης διασαφήνισε ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία για τις εν λόγω καταγγελίες, έκανε απλώς τον διαμεσολαβητή και δεν διατυπώνει κατηγορίες σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου.
Ο Γενικός Εισαγγελέας, Γιώργος Σαββίδης, κατηγόρησε τον Γενικό Ελεγκτή για λασπολογία και προσπάθεια δολοφονίας χαρακτήρων και συνειδήσεων και ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης απάντησε ότι πρόκειται για απαράδεκτους χαρακτηρισμούς και διακήρυξε με νόημα ότι δεν θα επιτρέψει συσκότιση και στην δική του Υπηρεσία. Ο Γενικός Εισαγγελέας, από την πλευρά του είπε ότι «είναι μία κατάσταση (η Ελεγκτική Υπηρεσία) η οποία δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα στους θεσμούς, τεράστιο πρόβλημα στην εμπιστοσύνη του κόσμου προς τους θεσμούς και πιστεύω ότι αυτή η κατάσταση πρέπει να σταματήσει».
Εδώ ο κ. Σαββίδης έχει απόλυτο δίκαιο, ωστόσο εκτιμούμε ότι το ζήτημα είναι πολύ πιο μεγάλο και πολύ πιο σοβαρό από όσο αυτό κρίνεται από τη δήλωση Σαββίδη και δεν αφορά μόνο και πρωτίστως την Υπηρεσία της οποίας προΐσταται η οποία έχει να κάμει με την απόδοση δικαιοσύνης. Αφορά την ΚΔ στο σύνολό της. Η δικαιοσύνη που στην Κύπρο καθυστερεί να αποδοθεί κατά πολύ, από 10 μέχρι 15 χρόνια και άρα αυτοκαταργείται. Η δικαιοσύνη για κορυφαία ζητήματα έχει αποδειχθεί πολύ μικρότερη των περιστάσεων. Κορυφαίο όλων των ζητημάτων είναι αυτό των αγνοουμένων για το οποίο η Νομική Υπηρεσία φέρει βαρύτατες ευθύνες καθώς, όπως έκρινε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η ΚΔ παραβίασε τα δικαιώματα οικογενειών αγνοουμένων καθώς μέχρι το 1999 αμέλησαν να ενημερώσουν για την πρόοδο των ερευνών και ότι ήταν ενδεχόμενα νεκροί και όχι αγνοούμενοι. Πρόκειται για της γνωστές υποθέσεις των Ππασιά και Πάλμα καθώς και άλλων ηρώων μας, που ενώ η ΚΔ γνώριζε ότι ήταν θαμμένοι στο κοιμητήριο της Λακατάμειας δεν ενημέρωσαν τις οικογένειες τους. Πανομοιότυπες ήταν υποθέσεις άλλων 23 οικογενειών. Το ρεζιλίκι στο τεράστιο αυτό ζήτημα είναι πως η απόφαση αρχικά του πρωτόδικου δικαστηρίου για την πρώτη των υποθέσεων ήταν καταδικαστική κατά της ΚΔ. Μάλιστα το κείμενο της απόφασης είναι συγκλονιστικό. Ωστόσο η ΚΔ δια της Νομικής Υπηρεσίας υπέβαλε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε αθωωτική απόφαση! Δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν τη ζωή τους το 1974 στον Άγιο Παύλο αφήνοντας πίσω γυναίκες και παιδιά, υπήρχαν στον κατάλογο πεσόντων, τον οποίον οι Υπηρεσίες τον απέκρυψαν για να μην χαλάσουν τον «ιερό αριθμό 1619» και την προπαγάνδα ότι οι «αγνοούμενοι μας είναι αιχμάλωτοι στην Τουρκία» και όταν ύστερα από δύο δεκαετίες αποκαλύφθηκε η αλήθεια και το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι οικογένειες πρέπει να αποζημιωθούν, η Νομική Υπηρεσία έκρινε ότι έπρεπε να υποβάλει έφεση. Στη συνέχεια το 2021 το ΕΔΑΔ ανέτρεψε την απόφαση του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την δική του στην οποία σημειώνεται ότι (στηριζόμενοι στο Άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή/διερεύνηση) και στο Άρθρο 8 (δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), οι αιτητές αναφέρουν ότι το κράτος απέτυχε να διερευνήσει αποτελεσματικά και να τους παράσχει πληροφορίες σχετικά με το τι είχε συμβεί με τον αγνοούμενο συγγενή τους και ότι αυτή η παρατεταμένη αβεβαιότητα τους είχε προκαλέσει ψυχική οδύνη). «Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει νομική υποχρέωση να εξηγήσει στις οικογένειες γιατί έγινε αυτή η παραβίαση και να γίνει έρευνα», τόνισε τότε, 31.08.2021, ο Αχιλλέας Δημητριάδης, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση Ππασιά. Στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής στις 13.09.2021 ελέχθη ότι θα πρέπει να γίνει ποινική έρευνα για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Παρόλα αυτά για να γινόταν κάτι τέτοιο θα έπρεπε να κινηθεί η Νομική Υπηρεσία. Υποψιάζομαι ότι η Νομική Υπηρεσία ήταν και είναι πολύ απασχολημένη για να διατάξει ποινική έρευνα για τους αγνοούμενους. Εξάλλου οι αγνοούμενοι είναι πλέον ζήτημα ντεμοντέ!
paraschos.andreas@gmail.com