Κώστας Χαμπιαούρης, λοιπόν. Από την πρώτη στιγμή το όνομα ακούστηκε δυσοίωνο στ’ αφτιά μου. Όχι επειδή είναι κακόηχο, αλλά επειδή είμαι προκατειλημμένος. Ορίστε, λοιπόν, το παραδέχομαι. Από την πρώτη μέρα το έκρινα χαρακτηριστικό των προθέσεων της κυβέρνησης για τον Πολιτισμό. Κι άρχισα να τραβάω τα μαλλιά μου. Θα εισηγούμουν σε όσους συμμερίζονται τις αγωνίες μου για τον πολύπαθο τομέα να πράξουν το ίδιο.

Να ξεκαθαρίσω ότι δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο. Του εύχομαι υγεία, κουράγιο, γερό στομάχι και να με διαψεύσει πανηγυρικά. Κι αν συμβεί αυτό, δεσμεύομαι να φάω το πληκτρολόγιο με το οποίο αράδιασα αυτές τις γραμμές. Είναι όμως ο 8ος υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού που αναλαμβάνει από τότε που ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία κι έχω πια συμβιβαστεί με την ιδέα ότι όλες οι κυβερνήσεις έχουν τον Πολιτισμό εντελώς στο κλάσιμο. Με το μπαρδόν, αλλά αυτή είναι η πιο αρμόζουσα λέξη.

Κατά την παρελθούσα πενταετία, η μόνη υπόσχεση στην οποία ο Νίκος Αναστασιάδης αποδείχτηκε συνεπής σε σχέση με τον τομέα είναι ότι… θα επιβάλλει «Μνημόνιο Πολιτισμού». Και η κυριολεξία αποδείχτηκε αμείλικτη. Το κράτος έχει τυπικά βγει από το Μνημόνιο εδώ και δύο χρόνια, αλλά στον Πολιτισμό το μνημόνιο είναι παντοτινό. Πέντε χρόνια τώρα και με τον Αναστασιάδη να προσβλέπει σε επανεκλογή, ελάχιστα είδαμε σε επίπεδο πολιτικής βούλησης, τα οποία θα μπορούσαν να κλονίσουν την άσειστη πεποίθηση ότι ο τομέας είναι καταραμένος να φυτοζωεί διοικητικά στη σκιά της μεγάλης του αδελφής. Πέραν, φυσικά, από ελάχιστες μαγειρευτές ή επιβαλλόμενες δεσμεύσεις και διάσπαρτα τζούφια πυροτεχνήματα που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Απελπιστικά λίγα αλιεύσαμε εμείς οι πρεζάκηδες υποσχέσεων ακόμη και κατά την προεκλογική περίοδο, κατά την οποία παραδοσιακά οι ανέξοδες φανφάρες και οι επικοινωνιακές σαπουνόφουσκες γνωρίζουν μεγάλες δόξες. Πώς να ξεχάσω τον Κώστα Καδή, τον περασμένο Δεκέμβριο, να περιφέρεται σαν τραγική φιγούρα στη σκηνή του Παλλάς στην απολογιστική παρουσίαση της θητείας του; Εκεί που υπέγραφε ταυτόχρονα την τελευταία πράξη του δράματος και το γελοίον του πράγματος, μιας και δυσκολευόταν να βρει ακόμη και τις λέξεις σχετικά με την αναβάθμιση και επαναχάραξη της πολιτιστικής πολιτικής.

Ο Καδής όμως «γλύτωσε» και πλέον έχει αναλάβει το χαρτοφυλάκιο της Γεωργίας. Πλέον έχουμε να κάνουμε με τον Χαμπιαούρη ο οποίος στις πρώτες του τοποθετήσεις έδειξε ότι δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από την πεπατημένη. Καταρχήν, πρόλαβε να «φιλήσει το δαχτυλίδι» του Αρχιεπισκόπου, εμπλέκοντας την εκκλησία στη διαδικασία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Κατά τ’ άλλα, μίλησε αποκλειστικά και μόνο για την εκπαίδευση και τα προβλήματά της. Και για τον πολιτισμό; Κέχωδεν η φορβάς εν τη άλω. Όπως και για την παιδεία, φυσικά, που είναι διαφορετικό πράγμα από την εκπαίδευση.

Από την εποχή του Ουράνιου που ασχολούμαι, το μεγάλο βήμα παραμένει μετέωρο παρά την ποικιλία στο γνωστικό και επαγγελματικό αντικείμενο των εκλεκτών. Ο Κώστας Χαμπιαούρης προέρχεται από τα σπλάχνα του ΥΠΠ. Ένας σκληροπυρηνικός ΠΛΕ (Πρώτος Λειτουργός Εκπαίδευσης) διαδέχεται έναν ακαδημαϊκό, ένα δικηγόρο, άλλους δύο ακαδημαϊκούς, έναν τεχνοκράτη τραπεζικό, έναν αρχιτέκτονα και τον αδελφό της νυν υπουργού Εργασίας, ο οποίος ξεκίνησε από τη μέση εκπαίδευση. Αν δεν κάνω λάθος, ο νέος υπουργός Παιδείας (σκέτο) είναι ο πρώτος που προέρχεται από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση από τον καιρό του Μακαρίου.

Μια αγωνία για το αν γνωρίζει τον δρόμο μέχρι τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες επιτρέψτε μου να την έχω, παρόλο που το πήρα απόφαση ότι ποτέ δεν ήταν ζήτημα υπουργού. Ήταν πάντα ζήτημα γενικότερης κυβερνητικής φιλοσοφίας, αλλά και νοοτροπίας από πλευράς της κοινωνίας. Πώς να ελπίζουμε τώρα που ο Αναστασιάδης δεν ενδιαφέρεται κιόλας να επανεκλεγεί και πλέον μόνο του κίνητρο είναι η υστεροφημία του; Η επιλογή ανάμεσα στον μαρασμό και την ουσιαστική αναβάθμιση έγινε. Ο πόλεμος, αδέλφια, τελείωσε. Χάσαμε κι είμαστε πλέον καταδικασμένοι σε ισόβια μοναξιά.