Για λόγους υγείας, δεν θα έπρεπε να πηγαίνω στη Βουλή όταν οι επιτροπές ή η ολομέλεια σπαταλούν τον πολύτιμο χρόνο τους για ν’ ασχοληθούν με τα αντιψηφοθηρικά θέματα του πολιτισμού. Ψυχικής υγείας, εννοώ. Δεν μου φαίνεται (!) αλλά μάλλον άρχισα να γερνάω κι εγώ, δεν αντέχω πια αυτόν τον βομβαρδισμό από κοτσάνες που εκπορεύονται με τη μορφή ερωτήσεων και τοποθετήσεων για λόγους εντυπώσεων ή -ακόμη χειρότερα- κομματικής υστεροβουλίας. Θα ζητήσω απαλλαγή από φρενογιατρό και θα εναποθέσω τις ελπίδες μου στην ευσπλαχνία της εργοδοσίας. Βέβαια, δεν ξέρω αν γλιτώνω και πολλά, αφού ούτως ή άλλως τα όσα διαμείβονται έρχονται και με βρίσκουν.

Την περασμένη εβδομάδα, λοιπόν, οι ενάρετοι αιρετοί που τοποθετήσαμε εκεί για να βουλεύονται για πάρτη μας (βουλεύομαι= σκέφτομαι για ν’ αποφασίσω –τρισαλίμονό μας) διαπίστωσαν εν μέσω χασμουρητών ότι η ημερήσια διάταξη περιλάμβανε και τον μπελά της συζήτησης του προϋπολογισμού του ΘΟΚ. Από την πλευρά μου, άρχισα να προετοιμάζομαι αποθησαυρίζοντας «μαργαριτάρια» που έχουν κατά καιρούς ακούσει οι δύσμοιροι τοίχοι του κτηρίου της οδού Νεχρού -χωρίς ευτυχώς να πέσουν. Μου πέρασε από τον νου να κάνω καλού- κακού και μερικές ασκήσεις ηρεμίας, όμως θυμήθηκα ότι δεν μιλάμε καν για την Επιτροπή Παιδείας, αλλά για την Οικονομικών και συνειδητοποίησα ότι θα ήταν άδικος κόπος. Θα μου πείτε ότι ενδεχομένως η Οικονομικών να ασχολείται συχνότερα από την Παιδείας με τα θέματα του πολιτισμού και θα συμφωνήσω. Δεν αποκλείεται σε λίγο την -υποτιθέμενη- αρμόδια Επιτροπή να την κοντράρει με αξιώσεις ακόμη και η… Γεωργίας.

Τελικά αυτό που έγινε ήταν το αναμενόμενο. Η Επιτροπή συμπίεσε χρονικά τη συζήτηση ανάμεσα σε δύο «σοβαρότερα» θέματα και ξεπέταξε το θέμα του ΘΟΚ αρκούμενη σε παράθεση ερωτήσεων από τους βουλευτές, τις οποίες οι ιθύνοντες του οργανισμού κλήθηκαν να απαντήσουν γραπτώς εν ευθέτω χρόνω. Πολύ λίγες από αυτές, φυσικά, αφορούσαν την ουσία της δράσης του οργανισμού, από κάποιους παλιούς και διαβασμένους όπως ο Γιώργος Περδίκης. Αλλά σε γενικές γραμμές, αν τις βάλεις τη μια δίπλα στην άλλη, ήταν ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή. Μπορώ, όμως, να πω ότι τα περίμενα χειρότερα τα πράγματα.

Τα οποία χειρότερα ήρθαν πέντε μέρες αργότερα στην Ολομέλεια, το μεγάλο μας τσίρκο. Δεν είχα την ευτυχία να τα ζήσω από κοντά. Διάβασα το ρεζουμέ όπως το αποτύπωσε το ΚΥΠΕ κι εκεί έφαγα τη φλασιά: η βάρκα «Ελπίδα» σ’ αυτή τη γωνιά του σύμπαντος έχει βουλιάξει εδώ και καιρό. Οι βουλευτές ενέκριναν βέβαια τον πρϋπολογισμό, με ψήφους 37 εναντίον πέντε, αλλά είχαν όρεξη και χρόνο για φληναφήματα. Και ειπώθηκαν τέρατα, γεγονός που οφείλεται κυρίως στο ότι οι αντιπρόσωποι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να ενημερωθούν στοιχειωδώς. Εκτός τόπου και χρόνου.

Ο βουλευτής -του κυβερνώντος κόμματος παρακαλώ- Μάριος Μαυρίδης, που παρεμπιπτόντως προήδρευε στην προαναφερόμενη «συμπιεσμένη» συνεδρία, εισηγήθηκε ούτε λίγο ούτε πολύ την κατάργηση του κρατικού θεάτρου (!). Κι ο ΘΟΚ να κάνει απλώς τον τροχονόμο στην κατανομή των χορηγιών στα άλλα θέατρα. Ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, απ’ αυτό που συζητείται όλα αυτά τα χρόνια. Πριν ψηφίσει τελικά υπέρ, ο Μαυρίδης, που τυγχάνει καθηγητής οικονομικών σε πανεπιστήμιο, επιχειρηματολόγησε με την ακλόνητη θέση ότι το κράτος «δεν είναι επιχειρηματίας».

«Κατά» ψήφισαν οι βουλευτές του ΕΛΑΜ, της ΕΔΕΚ κι ο ανεξάρτητος Μυλωνάς. Διαβάζεις την επιχειρηματολογία νηπιαγωγείου της ΕΔΕΚ και διαπιστώνεις ότι του ΕΛΑΜ ήταν πιο… συνετή. Καταψηφίζουν επειδή ο ΘΟΚ πήγε (πριν από δύο χρόνια, έτσι;) στη Σαλαμίνα. Του κρατάνε μούτρα, δηλαδή. Μέχρι πότε, αν επιτρέπεται; Ένα μνημείο σοβαρότητας θα πρέπει να στήσουμε απ’ έξω, δίπλα στον ανδριάντα του Γκάντι και στον Παύλο Μυλωνά. Αυτός καταψήφισε επειδή κάτι του μετέφερε, λέει, ένας –ανώνυμος φυσικά- βετεράνος θεατράνθρωπος. Παραδέχτηκε δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο ενημερώνεται και αποφασίζει για τα κοινοβουλευτικά μας ζητήματα.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι χρειάζομαι άδεια.

* Αριστερά στη φωτογραφία του Στέφανου Κουρατζή, ο Μάριος Μαυρίδης κρέμεται από τα χείλη των εκπροσώπων του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου στη συνεδρία της Επιτροπής Οικονομικών.