Από λαχτάρα σε λαχτάρα πετάνε κάθε χρόνο τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, που διάγουν μια παρατεταμένη περίοδο ντεφορμαρίσματος και οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στις ράγες της οριστικής απαξίωσης. Δεν είναι τώρα η ώρα για τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση του ταλαίπωρου θεσμού· έχει παρέλθει εδώ και χρόνια. Πλέον, ξεκάθαρα, μιλάμε για ανάγκη διάσωσης. Χρειάζονται άμεσα γενναίες αποφάσεις επανακαθορισμού, μήπως βρεθεί τρόπος να ζωντανέψει ο ημιθανής.
Δεν φταίνε φυσικά μόνο οι εξευτελιστικές μειώσεις του χρηματικού επάθλου, ή οι κουτουρού καταργήσεις και συγχωνεύσεις κατηγοριών. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και τα πλήγματα απανωτά. Πριν από τρία χρόνια, όταν ανακοινώθηκαν τα βραβεία για εκδόσεις του 2014, διαπιστώσαμε κατάπληκτοι ότι… μας τελειώσαν οι ποιητές. Και μάλιστα η κριτική επιτροπή είχε τη φαεινή ιδέα να διαπομπεύσει τους πέντε επικρατέστερους, ανακοινώνοντάς τους, για να εμπεδώσουμε ποιοι είναι οι λιγότερο… ανάξιοι. Φέτος πάλι, ανάμεσα σε 18 μυθιστοριογράφους και 13 νέους λογοτέχνες δεν υπάρχουν άξιοι βράβευσης σ’ αυτές τις κατηγορίες. Το δε βιβλίο της Πίτσας Γαλάζη «Η Φωνή» που πήρε τελικά και το Κρατικό Βραβείο Ποίησης λίγο έλειψε να μείνει εκτός της λίστας υποψηφίων από διαδικαστική αμέλεια.
Δεν ξεχνάμε φυσικά και την περσινή κοινή ανακοίνωση- καταπέλτη από τέσσερις βραβευμένους και καταξιωμένους λογοτέχνες που έκαναν λόγο για άκυρο και σαθρό θεσμό κι εκτός από την οφθαλμοφανή παρακμή, τόνιζαν και την ασυδοσία που επικρατεί στη διαδικασία. Οι ίδιοι μάλιστα ξεκαθάρισαν ότι δεν θα καταθέτουν τα βιβλία τους στον κατάλογο των υποψήφιων έργων μέχρι «να αποκατασταθεί η ηθική και ορθή λειτουργία του θεσμού».
Δεν φαίνεται να έχει ιδρώσει κανένα αυτί μέχρι τώρα, συνεπώς μάλλον θα περιμένουν πολύ. Αντίθετα, έχω την αίσθηση ότι οι ιθύνοντες συμβουλεύονται τακτικά ένα εγχειρίδιο με οδηγίες για το πώς μπορεί κανείς να απαξιώσει έναν θεσμό. Καλά το πάνε μέχρι τώρα. Κι έτσι, αντί να τιμούν και να στηρίζουν τους λογοτέχνες, αντί να συμβάλλουν στην προώθηση της λογοτεχνίας κι ενός υγιούς διαλόγου σχετικά με την παραγωγή, αναστατώνουν κι εξοργίζουν τη λογοτεχνική κοινότητα. Αντί να υπάρχει εορταστικό κλίμα, έχουμε γκρίνια, μουρμούρα και διαμαρτυρίες και δυσκολεύονται να το ευχαριστηθούν ακόμη κι αυτοί που τιμήθηκαν. Στο τέλος θα φτάσουν οι βραβευθέντες να αισθάνονται ντροπή που διακρίθηκαν.
Βέβαια, για έναν σοβαρό δημιουργό, ούτε το βραβείο είναι αυτοσκοπός, ούτε το χρηματικό έπαθλο. Ο χαρακτήρας των οποιονδήποτε βραβείων είναι πάντοτε τιμητικός και η αντικειμενικότητα του θεσμού αρχίζει και τελειώνει ανάμεσα στις ικανότητες και την κρίση των μελών που συγκροτούν την Κριτική Επιτροπή. Και δεν είναι ποτέ δεδομένο ότι κερδίζει πάντα ο «καλύτερος». Κάθε τύπος αξιολόγησης ενός καλλιτεχνικού πονήματος είναι καταδικασμένος να πάσχει, εφόσον δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια και μετρήσιμα στοιχεία απ’ τα οποία να προκύπτει μια αξιόπιστη βαθμολογία.
Αμφισβήτηση και πικρία πάντοτε θα υπάρχει. Το ζήτημα είναι να βρεθούν οι τρόποι να διαφυλαχθεί το κύρος του θεσμού και να κοπάσουν οι αμφιβολίες για το αδιάβλητο της διαδικασίας. Μέρος αυτής της προσπάθειας είναι να αλλάξει η εικόνα του απόμακρου, αλεξίθυμου και αγνώμονος σώματος που λειτουργεί ανεξάρτητα από τις ανάγκες και τις εξελίξεις, αλλά και τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας λογοτεχνικής ζύμωσης.
Δεν είμαι λογοτέχνης, ούτε ειδικός κι ούτε θέλω να κάνω τον έξυπνο. Οι υπεύθυνοι πρέπει να καθίσουν και να στύψουν το τσερβέλο τους για να βρουν τη λύση. Θα θεσπίσουν τα βραβεία ανά διετία; Θα αλλάξουν τη φιλοσοφία συγκρότησης των Επιτροπών; Θα μειώσουν τα προσκόμματα που ταλανίζουν την ανάπτυξη της κυπριακής λογοτεχνίας; Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όλα τα βήματα πρέπει να γίνουν σε κλίμα σύμπνοιας και πλήρους συνεννόησης μ’ αυτούς που στο τέλος της ημέρας αφορά ο θεσμός.
savvinides@phileleftheros.com