Η σεξουαλική βία είναι ένα πολύ- πολύ ευαίσθητο θέμα για να το αφήσουμε βορά στην πολιτική ορθότητα. Το ίδιο και η τέχνη.
H ταινία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι «Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι» (1972) ήταν ένα «δέντρο» που ευδοκίμησε την εποχή της σεξουαλικής επανάστασης. Πριν καταξιωθεί ως ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου και χαρακτηριστεί ως «η πιο σφοδρά ερωτική» και «απελευθερωτική» ταινία που έγινε ποτέ, η απροσδόκητη σεξουαλικότητα που απέπνεε είχε σοκάρει το απροετοίμαστο κοινό και δοκιμάσει τις αντοχές των ηθών της εποχής.
Παρουσιάζει την απελπισμένη ανάγκη για απομόνωση ενός τσακισμένου, μισογύνη άνδρα που εξωτερικεύει τη σεξουαλική του οργή επιβάλλοντας τη δύναμή του στο σαδομαζοχιστικό ερωτικό παιχνίδι με μια νεαρότερή του γυναίκα. Δεν ανταλλάσουν ποτέ ονόματα, δεν κάνουν ερωτήσεις, μπλέκουν μόνο σε μια θυελλώδη σχέση που τους φέρνει αντιμέτωπους με τους προσωπικούς τους δαίμονες και τον τρόμο που προκαλούν στον άνθρωπο οι ερωτικές του παρορμήσεις. Κάποιος μπορεί να το δει ως ανατομία των ερωτικών ενστίκτων ή μια μεστή σύνοψη των σχέσεων που δομούν ένα υπό κατάρρευση έμφυλο μοντέλο. Στην εποχή μας, όμως, κάποιοι έφτασαν να ρίξουν στην «πυρά» την υστεροφημία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και του Μάρλον Μπράντο, παρουσιάζοντάς τους ως δυνάμει ή και πράξει βιαστές.
Όταν η ταινία προβλήθηκε στην Ιταλία, ο σκηνοθέτης, οι δύο πρωταγωνιστές, Μπράντο και Μαρία Σνάιντερ, όπως και ο παραγωγός διώχτηκαν ποινικά για προσβολή των ηθών και της δημόσιας αιδούς. Σήμερα, η κατακραυγή ίσως να ήταν και μεγαλύτερη. Αλλά τι λέω; Εδώ έχουμε φτάσει να γκρεμίσουμε από τον θρόνο τους τον Μπατάιγ, τον Φουκώ, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, για να μη φτάσω και στον Αριστοφάνη.
Με αφορμή τον θάνατο του Μπερτολούτσι, άνοιξε και πάλι η συζήτηση για το ηθικά μεμπτό της απόκρυψης από πλευράς του σκηνοθέτη από τη 19χρονη τότε Μαρία Σνάιντερ της «λεπτομέρειας» της χρήσης του βουτύρου ως λιπαντικό από τον Μπράντο. Η αλήθεια είναι ότι ο Ιταλός auter στην ασύλληπτη για τα δεδομένα της εποχής σκηνοθεσία του είχε φτάσει να κινηματογραφεί τους ηθοποιούς απροειδοποίητα, καθώς μονολογούσαν προσωπικές σκέψεις.
Το εξαρχής χαλαρό σενάριο σε πολλά σημεία παραλείπεται κι ο ίδιος είχε προτρέψει το θρυλικό υποκριτικό ζευγάρι ν’ αυτοσχεδιάζει και να χρησιμοποιεί προσωπικά βιώματα. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε αυτή την τόσο ωμά και ενοχλητικά εθιστική προσέγγιση που εξέθετε τα σώψυχα των χαρακτήρων. Και φυσικά οι ηθοποιοί ήταν ενήμεροι γι’ αυτή. Ακόμη κι ο πολύπειρος Μπράντο είχε δηλώσει για την εμπειρία της ταινίας ότι για πρώτη φορά ως ηθοποιός αισθάνθηκε μια βεβήλωση του πιο ενδόμυχού του εαυτού.
Το πρόβλημα ήταν ότι η συγκεκριμένη εμβληματική σκηνή υπερεκτέθηκε και ανθολογήθηκε και η πρωταγωνίστρια δήλωσε εξευτελισμένη και εξαπατημένη. Εντούτοις, δεν τραυματίστηκε ψυχικά από την εμπειρία της σκηνής όπως έφτασε με πάσα ελαφρότητα να πιστεύεται, αλλά από τη διαχείρισή της, και γενικότερα τη διαχείριση του θορύβου που προκάλεσε η ταινία. Απλώς όταν κάποτε εκφράστηκε δεν πρόσεχε τα λόγια της και παρασύρθηκε να πει «ένιωσα ΣΑΝ να με βιάζουν», ατάκα που αποτέλεσε καύσιμο για μια από τις πιο επονείδιστες διαδικτυακές απάτες (hoaxes) στην εποχή των fake news κι έπαιξε σε όλους σχεδόν τους ελαφροϊστότοπους. Αποτέλεσε, παράλληλα, βούτυρο στο ψωμί για τους θιασώτες του αντιδραστικού νεοπουριτανισμού και της επάρατης πολιτικής ορθότητας.
Ο σκηνοθέτης δεν δίστασε να παραδεχτεί δημόσια ότι νιώθει ένοχος –αλλά όχι μετανιωμένος- που ξεγέλασε την ηθοποιό του κι ότι στόχος του ήταν να συλλάβει μια φυσική αντίδραση ταπείνωσης. Αποτελεσματικό; Ασυζητητί. Κατακριτέο; Αναμφίβολα. Όμως αυτό απέχει παρασάγγας από την έννοια του βιασμού και της κακοποίησης. Και η συχνή, αναίτια και ανορθολογική χρήση των εννοιών αυτών ελλοχεύει έναν σημαντικό κίνδυνο: να τις αποδυναμώσει και να τις εκφυλίσει.
Η πολιτική ορθότητα έχει φτάσει να πάρει πια τη μορφή συρμικής χιονοστιβάδας. Παράλληλα, πολύ νερό χύνεται στο μύλο της συζήτησης για τη μετάλλαξή της πρώτα σε συλλογική υστερία κι έπειτα σε «μεταμοντέρνο μακαρθισμό» που περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης και αστυνομεύει τη γλώσσα. Με τον τρόπο αυτό το τελευταίο που θα καταφέρει να εξαλείψει είναι ο σεξισμός της καθημερινότητας.
Παρουσιάζει την απελπισμένη ανάγκη για απομόνωση ενός τσακισμένου, μισογύνη άνδρα που εξωτερικεύει τη σεξουαλική του οργή επιβάλλοντας τη δύναμή του στο σαδομαζοχιστικό ερωτικό παιχνίδι με μια νεαρότερή του γυναίκα. Δεν ανταλλάσουν ποτέ ονόματα, δεν κάνουν ερωτήσεις, μπλέκουν μόνο σε μια θυελλώδη σχέση που τους φέρνει αντιμέτωπους με τους προσωπικούς τους δαίμονες και τον τρόμο που προκαλούν στον άνθρωπο οι ερωτικές του παρορμήσεις. Κάποιος μπορεί να το δει ως ανατομία των ερωτικών ενστίκτων ή μια μεστή σύνοψη των σχέσεων που δομούν ένα υπό κατάρρευση έμφυλο μοντέλο. Στην εποχή μας, όμως, κάποιοι έφτασαν να ρίξουν στην «πυρά» την υστεροφημία του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι και του Μάρλον Μπράντο, παρουσιάζοντάς τους ως δυνάμει ή και πράξει βιαστές.
Όταν η ταινία προβλήθηκε στην Ιταλία, ο σκηνοθέτης, οι δύο πρωταγωνιστές, Μπράντο και Μαρία Σνάιντερ, όπως και ο παραγωγός διώχτηκαν ποινικά για προσβολή των ηθών και της δημόσιας αιδούς. Σήμερα, η κατακραυγή ίσως να ήταν και μεγαλύτερη. Αλλά τι λέω; Εδώ έχουμε φτάσει να γκρεμίσουμε από τον θρόνο τους τον Μπατάιγ, τον Φουκώ, τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, για να μη φτάσω και στον Αριστοφάνη.
Με αφορμή τον θάνατο του Μπερτολούτσι, άνοιξε και πάλι η συζήτηση για το ηθικά μεμπτό της απόκρυψης από πλευράς του σκηνοθέτη από τη 19χρονη τότε Μαρία Σνάιντερ της «λεπτομέρειας» της χρήσης του βουτύρου ως λιπαντικό από τον Μπράντο. Η αλήθεια είναι ότι ο Ιταλός auter στην ασύλληπτη για τα δεδομένα της εποχής σκηνοθεσία του είχε φτάσει να κινηματογραφεί τους ηθοποιούς απροειδοποίητα, καθώς μονολογούσαν προσωπικές σκέψεις.
Το εξαρχής χαλαρό σενάριο σε πολλά σημεία παραλείπεται κι ο ίδιος είχε προτρέψει το θρυλικό υποκριτικό ζευγάρι ν’ αυτοσχεδιάζει και να χρησιμοποιεί προσωπικά βιώματα. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε αυτή την τόσο ωμά και ενοχλητικά εθιστική προσέγγιση που εξέθετε τα σώψυχα των χαρακτήρων. Και φυσικά οι ηθοποιοί ήταν ενήμεροι γι’ αυτή. Ακόμη κι ο πολύπειρος Μπράντο είχε δηλώσει για την εμπειρία της ταινίας ότι για πρώτη φορά ως ηθοποιός αισθάνθηκε μια βεβήλωση του πιο ενδόμυχού του εαυτού.
Το πρόβλημα ήταν ότι η συγκεκριμένη εμβληματική σκηνή υπερεκτέθηκε και ανθολογήθηκε και η πρωταγωνίστρια δήλωσε εξευτελισμένη και εξαπατημένη. Εντούτοις, δεν τραυματίστηκε ψυχικά από την εμπειρία της σκηνής όπως έφτασε με πάσα ελαφρότητα να πιστεύεται, αλλά από τη διαχείρισή της, και γενικότερα τη διαχείριση του θορύβου που προκάλεσε η ταινία. Απλώς όταν κάποτε εκφράστηκε δεν πρόσεχε τα λόγια της και παρασύρθηκε να πει «ένιωσα ΣΑΝ να με βιάζουν», ατάκα που αποτέλεσε καύσιμο για μια από τις πιο επονείδιστες διαδικτυακές απάτες (hoaxes) στην εποχή των fake news κι έπαιξε σε όλους σχεδόν τους ελαφροϊστότοπους. Αποτέλεσε, παράλληλα, βούτυρο στο ψωμί για τους θιασώτες του αντιδραστικού νεοπουριτανισμού και της επάρατης πολιτικής ορθότητας.
Ο σκηνοθέτης δεν δίστασε να παραδεχτεί δημόσια ότι νιώθει ένοχος –αλλά όχι μετανιωμένος- που ξεγέλασε την ηθοποιό του κι ότι στόχος του ήταν να συλλάβει μια φυσική αντίδραση ταπείνωσης. Αποτελεσματικό; Ασυζητητί. Κατακριτέο; Αναμφίβολα. Όμως αυτό απέχει παρασάγγας από την έννοια του βιασμού και της κακοποίησης. Και η συχνή, αναίτια και ανορθολογική χρήση των εννοιών αυτών ελλοχεύει έναν σημαντικό κίνδυνο: να τις αποδυναμώσει και να τις εκφυλίσει.
Η πολιτική ορθότητα έχει φτάσει να πάρει πια τη μορφή συρμικής χιονοστιβάδας. Παράλληλα, πολύ νερό χύνεται στο μύλο της συζήτησης για τη μετάλλαξή της πρώτα σε συλλογική υστερία κι έπειτα σε «μεταμοντέρνο μακαρθισμό» που περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης και αστυνομεύει τη γλώσσα. Με τον τρόπο αυτό το τελευταίο που θα καταφέρει να εξαλείψει είναι ο σεξισμός της καθημερινότητας.