Όταν οι στυγνοί κανόνες της αγορές εφαρμόζονται στο θέατρο.
 
Το 2018 πνέει τα λοίσθια και οι περισσότεροι έχουμε ήδη αρχίσει να μπαίνουμε στη λογική του προγραμματισμού για τη νέα χρονιά, της απώθησης του παλιού και της σταδιακής αποτύπωσης του αριθμού 2019 στο πίσω μέρος του μυαλού. Η αλλαγή του χρόνου είναι ένα καταλυτικό ημερολογιακό ορόσημο. Υποσυνείδητα αρχίσαμε ήδη ν’ αποθηκεύουμε τις εξιδανικευμένες αναμνήσεις της χρονιάς και να καταστρώνουμε σχέδια επί χάρτου, να βλέπουμε με την αθεράπευστα οπτιμιστική φαντασία μας ελπίδες και προοπτικές να διανοίγονται, καταδικασμένες οι περισσότερες να διαψευστούν, ενώ η γλυκιά νοσταλγία του κοντινού μέλλοντος είναι πιο έντονη από οποιαδήποτε άλλη φάση του έτους.
 
Αυτό ισχύει για τους υπόλοιπους θνητούς. Για τους ανθρώπους του ελεύθερου θεάτρου στην Κύπρο το ημερολογιακό ορόσημο είναι άλλο. Και δεν εννοώ την πάλαι ποτέ έναρξη της θεατρικής σεζόν κάπου στο φθινόπωρο. Η νέα χρονιά με τα συμπαρομαρτούντα ξεκινά ένα μήνα πριν. Δηλαδή, όταν ανακοινώνονται τα αποτελέσματα του Σχεδίου Επιχορηγήσεων Θυμέλη. Εκεί προκύπτουν τα έντονα συναισθήματα, οι ελπίδες, τα σχέδια, οι υπολογισμοί και κάπου εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται νοητά και το θεατρικό τοπίο της επόμενης χρονιάς.
 
Για το… τρέχον έτος 2019, λοιπόν, έχει ήδη ξεκινήσει η θεατρική δράση, δηλαδή οι πρόβες και κάποιες από αυτές μάλιστα, για να μην κοροϊδευόμαστε, άρχισαν πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων προκειμένου οι θεατρικές ομάδες να προλάβουν τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Βλέπετε εκτός από τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του σχεδίου πρέπει να γίνει προγραμματισμός σε σχέση με τις υποχρεώσεις των ηθοποιών.
 
Αξίζει να πούμε ότι καμία από τις τρεις προηγούμενες χρονιές δεν προχώρησαν όλες οι παραγωγές σύμφωνα με τα αρχικά αποτελέσματα. Για ποικίλους λόγους κάποιες προτάσεις δεν έφτασαν στη σκηνή αφήνοντας τις χορηγίες στους επιλαχόντες. Περίπου δεδομένο θεωρείται ότι και το 2019, για τους ίδιους λόγους, κάποιοι από αυτούς που έμειναν εκτός νυμφώνος θα δουν τελικά φως στο τούνελ.
 
Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στις ανακοινώσεις του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου για το Θυμέλη διαπιστώνει κανείς τη σχεδόν τελετουργική επανάληψη της φράσης «δυστυχώς, αναπόφευκτα, πολλές αξιόλογες προτάσεις μένουν εκτός χρηματοδότησης» που βεβαίως από τους απόκληρους εκλαμβάνεται ως παρηγοριά στον άρρωστο. Όμως το πιο ενδιαφέρον που διαπιστώνει κανείς ξεψαχνίζοντας τις ανακοινώσεις αυτές είναι ότι τις πρώτες δύο χρονιές ο ΘΟΚ προτάσσει το επιχείρημα της «αύξησης της ανταγωνιστικότητας» μεταξύ των θεατρικών φορέων. Κι ότι τις επόμενες δύο το αποφεύγει όπως ο διάολος το λιβάνι. Κατά τη γνώμη μου η λέξη αυτή θα έπρεπε να ήταν εξαρχής κόκκινο πανί για τους επηρεαζόμενους. Διότι προδίδει την αυστηρά τεχνοκρατική προσέγγιση των εμπνευστών του, εισάγοντας όρους και ήθη της ελεύθερης αγοράς και του επιχειρείν στο μάλλον ιδεαλιστικό, θεωρητικά απονήρευτο και αυθαίρετο με τη ροπή του φυσικού κόσμου πεδίο του θεάτρου.
 
Δύο θεατρικοί φορείς δεν είναι σαν δύο μπακάληδες που ανταγωνίζονται ποιος θα προσελκύσει τους πελάτες του άλλου για ν’ αυξήσει το μερίδιό του στην αγορά. Αυτό που επιχορηγείται -και γι’ αυτό επιχορηγείται- είναι η θεατρική δημιουργία και ανάπτυξη. Ο συνεπής θεατρόφιλος, εξάλλου, δεν μπαίνει σε διλήμματα. Θα δει τις παραστάσεις που τον ενδιαφέρουν.
 
Μπορεί η λέξη «ανταγωνιστικότητα» να αποτελεί ταμπού στις τελευταίες ανακοινώσεις για το Θυμέλη και να έχει αντικατασταθεί από τον «υγιή συναγωνισμό» όμως το κακό έχει γίνει. Ο σπόρος του σκληρού ανταγωνισμού έχει ήδη μπει και η μεγαλύτερη ζημιά που έχει κάνει το Θυμέλη είναι ότι έχει περιχαρακώσει ομάδες και καλλιτέχνες στα συμφεροντολογικά τους μικροσύμπαντα. Έχει βάλει δηλαδή τον καθένα στη λογική ότι η επιβίωσή του εξαρτάται από την αποβίωση του άλλου.
 
Φτάσαμε έτσι στο εξής σχήμα: Τα μικρά «ψιλικατζίδικα» αντιμετωπίζουν ανταγωνιστικά και σκεπτικιστικά τα στημένα «μπακάλικα», τα οποία με τη σειρά τους θεωρούν διαχρονικά άκρως ανταγωνιστική και μονοπωλιακή τη μεγάλη «υπεραγορά» του ΘΟΚ. Κάποια από αυτά, μάλιστα, έχουν προσφύγει με κάθε επισημότητα στην Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού. Ε, να αφήσουμε το αόρατο χέρι της αυτορρύθμισης και να δούμε πού θα μας βγάλει.
 
savvinides@phileleftheros.com