Εντάξει, έχω γράψει κοτσάνες και κοτσάνες, αλλά αυτή πρέπει να τερματίζει άνετα το κοτσανόμετρο.
Μπήκα όμως στον πειρασμό να τη βάλω στον τίτλο αφενός για να παγιδέψω το βλέμμα του ανυποψίαστου αναγνώστη –guilty!- κι αφετέρου γιατί ήθελα να δω πώς φαντάζει και πώς καμπανίζει. Διαβάζεται ωραία ως φράση, προσέξτε τη κι εσείς, μείνετε για λίγο στο κεφαλαίο έψιλον με τον τόνο και αφήστε μετά το βλέμμα να χαϊδέψει αργόσυρτα ένα- ένα τα γράμματα και τους αριθμούς: Απόλαυση!
Παίξτε τώρα λίγο και με τις λέξεις, αντικαταστήστε το «πολιτισμού» με «παιδείας», «υγείας», «ευημερίας» κι ας το χοντρύνουμε κι άλλο με λέξεις όπως «έρωτα», «ευτυχίας», «ειρήνης», «δικαιοσύνης», «δημοκρατίας». Πώς σας φαίνεται; Σέξι; Καλό είναι καμιά φορά να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα για να μπορούμε να την αντέξουμε, αλλά και για να ζυγίσουμε σωστά τι είναι αυτό που χάνουμε και να αναλογιστούμε πώς θα το διεκδικήσουμε.
Στις σκέψεις και τα ευχολόγια, φυσικά, πάλι θα μείνουμε. Σε ξερές, τυπικές ευχές που εκστομίζουμε από συνήθεια και ανταλλάζουμε μεταξύ μας σαν το «καλή χρονιά», λες κι αν ενώσουμε όλοι τις ευχές μας και σταυρώσουμε μαζικά τα δάχτυλα θα ανοίξει επιτέλους τ’ αυτιά της η υπέρτατη κωφεύουσα δύναμη και θα κάνει αυτή τη φορά την έκπληξη εκπληρώνοντας όλες μας τις επιθυμίες. Κι ας είναι, σε πολλές περιπτώσεις, συγκρουόμενες.
Η πικρή πραγματικότητα, φυσικά, είναι ότι τίποτα δεν προμηνύει πως κάτι απ΄όλα αυτά θα εκπληρωθεί. Στην παιδεία; Ας μην κοροϊδευόμαστε. Η Χαμπιαουριάδα του περασμένου καλοκαιριού απέδειξε πως ούτε σίγουρα η λογιστικοστρεφής κυβέρνηση, αλλά ούτε και η εκπαιδευτική κοινότητα έχουν συναίσθηση και πραγματικό νταλγκά για την πραγματική αναδιαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Στην υγεία; Ξέρουμε όλοι μας, κι εγώ και ΓεΣΥ ότι πρώτα θα δούμε τον ήλιο να παγώνει κι ύστερα θα απολαύσουμε να εφαρμόζεται στην ολότητά του ένα αποτελεσματικό σχέδιο που να αναβαθμίζει ουσιαστικά τη δημόσια υγεία. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι «επιχειρηματίες με τις άσπρες μπλούζες».
Πάμε λοιπόν και στον Πολιτισμό, όπου δεν χρειάζεται να είναι κανείς οιωνοσκόπος για να προβλέψει μία ακόμη μαύρη χρονιά. Είναι ζήτημα διάθεσης και φιλοσοφίας όχι απλώς της κυβέρνησης, της πολιτικής ηγεσίας και των κέντρων λήψης αποφάσεων, αλλά μιας ολόκληρης κοινωνίας. Θα μπορούσα κάλλιστα να σταθώ στο ζήτημα της χαρακτηριστικής καθυστέρησης στην πολιτική αυτονόμηση του τομέα και στο γεγονός ότι κατά τη χρονιά που μόλις παρήλθε χορτάσαμε πάλι υποσχέσεις και εξαγγελίες για ίδρυση Υφυπουργείου Πολιτισμού, αλλά τελικά η Ναυτιλία και ο Τουρισμός προσπέρασαν στη στροφή. Όμως ακόμη κι αν δούμε φως στο τούνελ μέσα στο 2019, η νέα δομή που ΘΑ δημιουργηθεί κανείς δεν εγγυάται ότι θα τεθεί στη σωστή βάση και σίγουρα δεν θα κρατά μαγικό ραβδί, δεν θα διορθώσει από τη μια μέρα στην άλλη τα κακώς κείμενα, ούτε θα ξεριζώσει τόσο εύκολα τις καθεστηκυίες νοοτροπίες.
Στην περίπτωση του πολιτισμού το πρόβλημα είναι και εσωτερικό. Πέρα από τη δικαιολογημένη διαχρονική κλάψα όλων των εμπλεκομένων –χωρίς να βγάζω ούτε εγώ την ουρά μου απ’ έξω- δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει τις έριδες, τον φθόνο και τον αθέμιτο ανταγωνισμό που υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων του χώρου που νομίζουν ότι τους χρωστάει η ζωή, μια ασθένεια που επιδεινώνεται από τη μικρή πίτα και τη θεσμική αδιαφορία του κράτους. Αν πλησιάσετε λίγο περισσότερο και τραβήξετε την κουίντα για να εξετάσετε προσεκτικότερα πρόσωπα και καταστάσεις, θα φρίξετε.
Γενικότερα, η ζωή δεν χρωστάει σε κανένα. Γι’ αυτό μοιάζουν τόσο κενές νοήματος σε γιορτές και επετείους όλες οι ευχές, ή οι απολογισμοί και ισολογισμοί. Το ζήτημα δεν είναι να εκλιπαρήσουμε τον ελεήμονα ιατρό ψυχών και σωμάτων να μας λυπηθεί, να εκτίσει τον βραχίονα και να αποσείσει από πάνω μας πάσαν πληγήν, αλγηδόνα και μάστιγα. Το ζήτημα είναι στον βραχύ αιώνα που μας έλαχε να έχουμε καλά μυαλά, αίσθηση ευθύνης και βούληση για να επηρεάσουμε καταστάσεις ώστε να αλληλεπιδρούν πιο γόνιμα μεταξύ τους οι παράλληλοι φωνακλάδες μικρόκοσμοί μας.