H επίσκεψη στην Ταϊβάν της Nancy Pelosi, 52ης Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, είναι πρόδηλα επικίνδυνη και προκλητική, καθότι υπονομεύει σοβαρά αφενός τις διμερείς σχέσεις του Πεκίνου με την Ουάσιγκτον, αφετέρου εκκολάπτει μια ακόμα ένταση, δημιουργώντας συνακόλουθα ανησυχία για τη διεθνή ασφάλεια. Ταυτόχρονα η αμερικανική επίσκεψη συνιστά«εξωτερική ανάμειξη»,παραβιάζοντας σοβαρά την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Κίνας, την αρχή της “μίας Κίνας” όπως και των προνοιών των τριών κοινών ανακοινωθέντων Κίνας – ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, η πολιτική της Ουάσιγκτον για την «ανεξαρτησία της Ταϊβάν» δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα διαμελιστικό σχέδιο, σαν αυτά ή αντίστοιχα που έχει διαπράξει σε διάφορα σημεία του κόσμου. Άλλωστε δεν αποτελεί πλέον μυστικό ότι οι ΗΠΑ στηρίζουν τις «δυνάμεις για την ανεξαρτησία» της Ταϊβάν. Πρόκειται για εκείνους τους αποσχιστικούς κύκλους για την «ανεξαρτησία της Ταϊβάν» που έχουν μετατρέψει -με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον-την Ταϊβάν σε ένα εμπόλεμο μέρος κατά της Κίνας. Είναι προφανές πως η επιθετική στάση, η ψυχροπολεμική προσέγγιση και η ηγεμονική νοοτροπία αποτελούν τον άξονα της αμερικανικής πολιτικής που ως τέτοιος βυθίζει την περιοχή σε μια άνευ προηγουμένου κρίση, υπονομεύοντας την ειρηνική συνύπαρξη. Άλλωστε την τελευταία δεκαετία η Ουάσιγκτον -το είχα αναλύσει πριν από μια περίπου διετία στον “Φ”- καλλιεργεί την επιθετική στρατηγική του «άξονα προς την Ασία», η οποία ουσιαστικά συνίσταται στην περίσφιξη (κύκλωση) της Κίνας μέσω οπλικών συστημάτων και συγκεκριμένα την τοποθέτηση περίπου 60% του αμερικανικού ναυτικού στόλου στη θάλασσα της Νότιας Κίνας. Μάλιστα το Φθινόπωρο του 2020 το ΥΠΕΞ των ΗΠΑ ενέκρινε την πώληση πυραύλων και πυροβολικού στην Ταϊβάν. Ένα πακέτο αξίας περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Σπεύδω δε να υπογραμμίσω πως το 1979 οι ΗΠΑ παραβίασαν τα τρία κοινά ανακοινωθέντα, δημιουργώντας έναν νόμο για τις σχέσεις τους με την Ταϊβάν. Με βάση αυτό νόμο, εκκόλαψαν το 1982 έξι μυστικές “συμφωνίες” ώστε να δικαιολογήσουν την πώληση στρατιωτικών όπλων στην Ταϊβάν.

Στην πραγματικότητα, η Κίνα αποτελεί στόχο μιας μακροπρόθεσμης επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ, η οποία αποβλέπει αφενός πολιτική αποσταθεροποίηση του Πεκίνου και την απομείωση της γεωπολιτικής δύναμης της Κίνας. Αυτή ακριβώς η επιθετική στάση και πολιτική αποκρυσταλλώνεται με την επίσκεψη Pelosi. Πρόκειται αναντίλεκτα για μια σκόπιμη πρόκληση κατά της Κίνας αφού στη φαρέτρα της αμερικανικής πολιτικής υπάρχει το διαμελιστικό σχέδιο Ταϊβάν, το οποίο η Ουάσιγκτον, οι δορυφόροι της και η δυτική προπαγάνδα το σερβίρουν ως «ανεξαρτησία της Ταϊβάν». Η Ταϊβάν είναι αναπόσπαστο μέρος της Κίνας. Αυτό αποτελεί αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός που έχει τις ρίζες του κάτι αιώνες πίσω. Με εξαίρεση 13 μόνο χώρες και το Βατικανό, 180 κράτη στον κόσμο αναγνωρίζουν αυτήν την πραγματικότητα. 

Το πραγματικό status quo του ζητήματος της Ταϊβάν είναι αυτό που βρίσκεται στην καρδιά της “μιας Κίνας”, έχει πλειστάκις τονίσει ο Πρόεδρος Σι. Η δε ειρηνική επανένωση παραμένει ο απώτερος στόχος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Δεν είναι μάλιστα διόλου τυχαίο που ο ηγέτης της Κίνας προειδοποίησε την Ουάσιγκτον πως “παίζει με τη φωτιά”. Οι δηλώσεις του τους τελευταίους μήνες δικαίως σηματοδοτούν τη βαθιά απογοήτευση του Πεκίνου απέναντι στις κλιμακούμενες επιθετικές ενέργειες των ΗΠΑ κατά της Κίνας, είτε πρόκειται για την Ταϊβάν, είτε για το Χονγκ Κονγκ και το Σιντζιάνγκ. Αναμφίβολα, υπάρχει μόνο “μία Κίνα” στον κόσμο και η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της Κίνας. Το έθεσε επίσης και ο ΥΠΕΞ της Κίνας Wang Yi: Η αρχή της “μίας Κίνας” είναι η συναίνεση της διεθνούς κοινότητας, το πολιτικό θεμέλιο για τους δεσμούς της Κίνας με άλλες χώρες. Εν κατακλείδι, Η επίσκεψη της Πελόζι στην Ταϊβάν προκλητικά αναθεωρεί και αμφισβητεί την από το 1979 πολιτική της ίδιας της Ουάσιγκτον που έχει αναγνωρίσει ότι υπάρχει μόνο “μία Κίνα”, εκπροσωπούμενη από το Πεκίνο. Αυτό άλλωστε περιέχεται και στα έγγραφα, γνωστά ως “τρία κοινά ανακοινωθέντα”. Για τούτο και το Πεκίνο ανέκαθεν εναντιωνόταν σε Αμερικανούς αξιωματούχους που αντιμετωπίζουν την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος. Αποτελεί επομένως ζωτικής σημασίας ζήτημα η διεθνής κοινότητα να υπενθυμίσει στις ΗΠΑ πως η τήρηση της πολιτικής της “μίας Κίνας” είναι θεμελιώδης για τον υπόλοιπο κόσμο στις σχέσεις του με την Κίνα.

*Τέως Πρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών