Σε δύο πρόσφατες μας παρεμβάσεις, μια τον Ιανουάριο και η πιο πρόσφατη τον Φεβρουάριο, λίγες μέρες πριν την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, αναφερθήκαμε στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με τους βασικούς δείκτες της οικονομίας, με επίκεντρο τον πληθωρισμό. Ένα εξαιρετικά σημαντικό θέμα, το οποίο ταλανίζει σήμερα αρκετές χώρες, εντός και εκτός της Ένωσης, και για πολλούς οικονομικούς αναλυτές, σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελεί την πλέον φρικιαστική βόμβα, η οποία, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά, δυστυχώς, θα μπορούσε να σκοτώσει πολύ περισσότερους από όσους χάνουν τη ζωή τους, άδικα και τραγικά, στην αιματοβαμμένη πλέον Ουκρανία.
Η παρακολούθηση των συζητήσεων σχετικά με την εμπόλεμη κατάσταση θυμίζει λίγο πολύ την έναρξη της πανδημίας, όπου πολλοί ειδικοί και ‘ειδικοί’ προέβαιναν σε επιφανειακές αναλύσεις, περισσότερο βασιζόμενοι στο συναίσθημα και τους ευσεβείς πόθους, παρά στην επικέντρωση στην πραγματικότητα και την ανάλυση των πραγματικών δεδομένων. Δυστυχώς, δύο χρόνια μετά την πανδημία, η οποία φαίνεται ότι έχει φτάσει στην κορύφωση της με καθοδικές τάσεις, δεν έχουμε ως κοινωνία γίνει σοφότεροι για να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα μια παράλληλη κρίση. Μπορεί για πολλούς τα θέματα της πανδημίας και της ρωσικής εισβολής να είναι εντελώς διαφορετικά και σίγουρα είναι όσον αφορά το περιεχόμενο τους, αλλά, για την οικονομία, και τα δύο αποτελούν κρίσεις οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι τη δεδομένη στιγμή οι δύο κρίσεις είναι αλληλένδετες και, είτε το θέλουμε είτε όχι, η παράλληλη πορεία τους θα δημιουργήσει αρνητικές οικονομικές συνέργειες σε όλες τις οικονομίες. Εξάλλου, στην οικονομία μιλάνε οι αριθμοί.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει ανέλθει για τον μήνα Φεβρουάριο, δηλαδή μόλις τέσσερις μέρες μετά την έναρξη της στρατιωτικής εισβολής στην Ουκρανία, στο 5.8%, μια αύξηση του 0.7% από τον Ιανουάριο, ο οποίος έκλεισε στο 5.1% και πολλοί περίμεναν ότι με την κάθοδο της πανδημίας θα επερχόταν και η κάθοδος στις συνεχείς πληθωριστικές τάσεις. Οι πληθωριστικές τάσεις δεν θα σταματήσουν σε καμιά περίπτωση να ανεβαίνουν, αυτό είναι εντελώς αδύνατο, ακόμα και αν ο πόλεμος στην Ουκρανία σταματήσει αμέσως. Αν θέλουμε όμως να είμαστε ρεαλιστές, δυστυχώς, μάλλον τα χειρότερα έπονται πριν να υπάρξει κάποια συμφωνία, η οποία θα σώσει ζωές, περιουσίες, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, η οποία δέχεται ακόμα ένα μεγάλο πλήγμα, το τρίτο μέσα στα τελευταία 15 έτη.
Το ποσοστό του 5.8% στην Ευρωζώνη είναι σχεδόν διπλάσιο από τον υψηλότερα για την οκονομία αποδεκτό, δηλαδή το 3%. Όπως αντιλαμβανόμαστε, η συνεχής αύξηση των τιμών σε βασικά αγαθά όπως π.χ. η ενέργεια και τα τρόφιμα, ειδικά όσον αφορά τα σιτηρά, δημιουργεί ένα ντόμινο αρνητικών πιέσεων στην οικονομία, με τις τιμές των παραγόμενων προϊόντων να ανεβαίνουν συνεχώς. Παρόλο που για πολλούς οι κυρώσεις στη ρωσική οικονομία θεωρούνται δίκαιες και αποτελούν το μοναδικό όπλο στα χέρια της Ευρώπης για να αντιμετωπίσει τα όπλα της Ρωσίας, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι το όπλο των κυρώσεων αποτελεί στην ουσία μπούμερανγκ για την εύθραυστη ευρωπαϊκή οικονομία, η οποία για ακόμα μια φορά τρέχει πίσω από τις εξελίξεις. Σίγουρα τα μέτρα είναι ηθικά δίκαια και σίγουρα θα έχουν επιπτώσεις στη ρωσική οικονομία, αλλά ως Ευρωπαίοι θα πρέπει να κοιτάξουμε και το δικό μας σπίτι.
Η αύξηση της τιμής των σιτηρών, τα οποία στην πλειονότητά τους προέρχονται από τις απέραντες εκτάσεις της Ρωσίας και της Ουκρανίας, θα οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης σε άλλα είδη, με επιχειρήσεις όπως είναι τα εστιατόρια και ο τουρισμός γενικότερα να αποτελούν το πρώτο πιθανό θύμα. Εάν αυτό συνεχισθεί για αρκετό καιρό και δεν υπάρξει μείωση των τιμών και ομαλοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας, τότε με μαθηματική ακρίβεια χιλιάδες επιχειρήσεις, κυρίως μικρομεσαίες, οι οποίες έχουν χαμηλή κεφαλαιουχική βάση, θα οδηγηθούν προς πλήρη κατάρρευση. Παράλληλα, θα χαθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας, με τα κράτη να αναγκάζονται να βγάλουν από τα ταμεία τους (τα οποία είναι ήδη ελλειμματικά και βασίζονται στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), τεράστια ποσά για να στηρίξουν τους πολίτες τους.
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο τη δεδομένη στιγμή είναι το γεγονός ότι οι χώρες της Ένωσης οι οποίες συνορεύουν είτε με τη Ρωσία είτε με το σημαντικότερο της εταίρο στην περιοχή, δηλαδή τη Λευκορωσία, αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις. Η Λιθουανία καταγράφει το μεγαλύτερο ποσοστό (13.9%), δηλαδή υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της Ένωσης, η Εσθονία με 12.4%, επίσης υπερδιπλάσιο του μέσου όρου και η Λετονία με 8.9%. Οι αριθμοί αυτοί μόνο τυχαίοι δεν είναι, αφού οι εμπορικές τους συναλλαγές με τη Ρωσία σε θέματα σιτηρών και ενέργειας είναι τεράστιες. Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι η τάση αυτή είναι ανοδική, δημιουργώντας ανησυχίες για την πορεία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας οικονομίας. Τα δεδομένα για την Κυπριακή Δημοκρατία είναι αρκετά καλύτερα από τις προαναφερθείσες χώρες, αφού είναι στο 5.9%, ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο, αλλά με επίσης ανοδική τάση.
Ο μεγάλος κίνδυνος σε περίπτωση συνέχισης αυτής της αστάθειας είναι η πλήρης φτωχοποίηση, που για πολλούς μπορεί να φαίνεται ακραίο, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει αναλάβει να φιλοξενήσει εκατομμύρια προσφύγων από την Ουκρανία. Οι πιο μετριοπαθείς αναφέρουν ότι ο αριθμός θα ανέλθει τουλάχιστον στα 8-10 εκατομμύρια, δηλαδή 2% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης, κάτι το οποίο θα προκαλέσει επιπρόσθετο κόστος. Όλα αυτά αποτελούν όχι απλά ρεαλιστικά σενάρια, αλλά την πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Σενάρια τα οποία εάν δεν αντιμετωπίσουμε ολιστικά και σε ορθολογιστική βάση, αντί συναισθηματική, η Ευρώπη θα έχει μπροστά της δύσκολα χρόνια.
* Ακαδημαϊκός – Σύμβουλος Εκπαίδευσης και Επιχειρήσεων. Μέλος Δ.Σ. ΣΥΞΚΑ-ΠΕΟ