Έπειτα από δεκαοκτώ χρόνια ως καθηγητής Φυσικής στα δημόσια σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποφάσισα να γράψω αυτό το άρθρο, ευελπιστώντας ότι μπορεί με τον τρόπο μου να συμβάλω στο να ευαισθητοποιηθούν κάποιοι αρμόδιοι φορείς, για το καλό της δημόσιας παιδείας.

Δυστυχώς, στα σχολεία μας σήμερα, σε αρκετές των περιπτώσεων, δεν διασφαλίζονται η ποιότητα και η αξιοπιστία των ενδεικτικών και των απολυτηρίων μας, δεν διασφαλίζονται οι αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αξιοκρατίας, οι οποίες είναι βασικές αρχές δικαίου, που θα πρέπει να διέπουν όχι μόνο την εκπαίδευση αλλά και οποιαδήποτε κοινωνική δομή.

Είναι κοινό μυστικό ότι σε αρκετές περιπτώσεις μαθητών μας, οι βαθμοί σε μαθήματά τους είναι πλασματικοί, είναι κατά τεκμήριο φουσκωμένοι και εκτός πραγματικότητας. Ειδικότερα για παιδιά, τα οποία δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σχολείων της Μέσης Εκπαίδευσης, η Πολιτεία – το σύστημα δεν έχει φροντίσει για μια πραγματικά ουσιαστική διέξοδο. Τα ταλαιπωρούμε κάνοντάς τα δυστυχισμένα μέσα σε ένα σχολείο στο οποίο δεν μπορούν να ανταποκριθούν, κάνοντας δυστυχισμένους και τους γύρω τους. Στο τέλος τους δίνουμε και ένα χαρτί που τάχα πιστοποιεί ότι έχουν γνώσεις, τις οποίες όμως δεν απέκτησαν ποτέ. Πραγματικά, το δίλημμα είναι μεγάλο: Ή κρατάς αυτά τα παιδιά στο σχολείο μη προσφέροντάς τους αυτό που έπρεπε, «κουντώντας» τους μέχρι να αποφοιτήσουν ή τους αφήνεις στάσιμους ή τους απομακρύνεις από το σχολείο – να πάνε πού, όμως; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε και τη δημιουργία σχολείων επαγγελματικής εκπαίδευσης; Αυτό πάντως που συμβαίνει είναι αυτό που καταστρέφει τα παιδιά μας και την αξιοπιστία των ενδεικτικών και των απολυτηρίων μας.

Κυριαρχεί γενικά η λανθασμένη αντίληψη ότι λειτουργώντας με τον συγκεκριμένο τρόπο, βοηθάμε κατά κάποιο τρόπο τους μαθητές. Η γνώμη μου είναι, εκ του αποτελέσματος, ότι καταστρέφουμε τα παιδιά μας, καταστρέφουμε το δημόσιο σχολείο. Μια προσεκτική ματιά στις στατιστικές των Παγκυπρίων Εξετάσεων, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Όσο κρατάμε το πρόβλημα καλά κρυμμένο κάτω από το χαλί και δεν το αναδεικνύουμε, για να βρεθεί μια λύση, η κατάσταση συνέχεια θα επιδεινώνεται. Δυστυχώς, φοιτούν αρκετά παιδιά στα σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης, που το γνωστικό τους επίπεδο είναι πολύ κατώτερο από το απαιτούμενο επίπεδο της τάξης στην οποία βρίσκονται – συνεπώς, αδυνατούν να ανταποκριθούν και ξεκινάει η παραβατική συμπεριφορά και ό,τι άλλο αυτή συνεπάγεται. Αλλά, «κρύψε να περάσουμε»…

Η διαχείριση του προβλήματος αυτού, όπως γίνεται σήμερα, δρα εκφυλιστικά με πολλαπλές επιδράσεις στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, στην προσπάθεια που καταβάλλουν στα διδασκόμενα αντικείμενα οι μαθητές, στην ουσιαστική – πραγματική επίδοση των μαθητών, στις γνώσεις και τις δεξιότητες που αποκτούν από την εκπαιδευτική διαδικασία, σε όλο το φάσμα της φοίτησής τους στη Μέση Εκπαίδευση.

Συνέπεια είναι, σε αρκετές περιπτώσεις, ο καθηγητικός σύλλογος του σχολείου, προσπαθώντας να «βοηθήσει» κάποια παιδιά, να παίρνει αποφάσεις οι οποίες είναι εκτός πλαισίου νόμου, εις γνώσιν πολλές φορές –ή και υπό τις οδηγίες– υψηλόβαθμων λειτουργών του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και όχι μόνο, διότι, δυστυχώς, δεν υπάρχει η εναλλακτική – η καταστρατήγηση των κανονισμών, όμως, υφίσταται.

Ειδικότερα, οι παρεμβάσεις που γίνονται από τον καθηγητικό σύλλογο του σχολείου, στις τροποποιήσεις βαθμολογίας μαθημάτων, ώστε ένας μαθητής να αποφύγει τη στασιμότητα και όχι μόνον είναι συνήθεις, συνεχείς και αδιάλειπτες και, σε κάποιες περιπτώσεις, εκτός νόμου. Σε έναν έλεγχο των πρακτικών των συνεδριάσεων των καθηγητικών συλλόγων είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς ένα μέρος της έκτασης του προβλήματος. Με τέτοιου είδους παρεμβάσεις, διερωτώμαι ποιο είναι και το νόημα να προσπαθούμε επίπονα να διασφαλίσουμε τα αυτονόητα, την τήρηση των κανονισμών, αξιοπιστία, ίση μεταχείριση, κανόνες αξιοκρατίας και, αν μη τι άλλο, μια κάποια δικαιοσύνη, όταν αυτά που προσπαθούμε να χτίσουμε όλοι μαζί τα γκρεμίζουμε, ωσάν να μη συμβαίνει και τίποτα.

 

«Φωνή βοώντος εν τη ερήμω…»

Έχω ζητήσει μάλιστα από υψηλόβαθμο λειτουργό του ΥΠΠΑΝ να παραπέμψει το θέμα της δυνατότητας τροποποιήσεων βαθμολογιών από τους καθηγητικούς συλλόγους, με τις λεπτομέρειες κάποιων παρεμβάσεων, για γνωμοδότηση στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς ενδεχομένως να παραβιάζονται κατάφωρα οι αρχές του διέπουν τον Κανονισμό 16, στους περί Λειτουργίας των Δημοσιών Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης Κανονισμούς του 2017. Έχω ζητήσει αρκετές φορές τη γραπτή τοποθέτηση – απάντηση – ενημέρωση από υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Παιδείας σε διάφορα ζητήματα και να επιληφθούν και να αποφασίσουν ταχέως (όπως σημειώνεται και στο άρθρο 29 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας)… Φωνή βοώντος εν τη ερήμω…

Ενώ γνωρίζουν πολλοί άνωθεν το τι συμβαίνει, δεν αναλαμβάνει κανένας πρωτοβουλία. Οι πλείστοι έχουν έναν διεκπεραιωτικό ρόλο, αναμένουν οδηγίες από τους πιο πάνω. Ποιος να βάλει το χέρι στη φωτιά, καλά είμαστε όπως είμαστε και το κακό συνεχίζεται…

Παρ’ όλο που τα προσόντα των καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης είναι κατά τεκμήριο υψηλά, εντούτοις, κυρίως για τους παραπάνω λόγους πάμε από το κακό στο χειρότερο. Η Δημοκρατία μας έχει προσλάβει και μας αμείβει, για να παρέχουμε υπηρεσίες υψηλού επιπέδου και όχι να κάνουμε, λόγω των συνθηκών που επικρατούν, σε κάποιες των περιπτώσεων, τους μπέιμπι σίτερ. Και, βέβαια, δεν φταίνε τα παιδιά γι’ αυτό, αλλά οι ανύπαρκτες εναλλακτικές που τους προσφέρουμε.

Και κάτι τελευταίο: Για το τρέχον τετράμηνο, ζητήθηκε από διευθύνσεις σχολείων, προς τους καθηγητές να μην βάλουν προφορικές βαθμολογίες τετραμήνου κάτω από «εννέα». Δηλαδή, για παράδειγμα, για έναν μαθητή με συνολική προφορική επίδοση «ένα» σε κάποιο μάθημα, να δοθεί προφορικός βαθμός τετραμήνου «εννέα». Και προκύπτει το εύλογο ερώτημα: Ο μαθητής του «δέκα», του «δώδεκα», του «δεκαπέντε», του «είκοσι», τι βαθμό θα πάρει;

Εν κατακλείδι, το ενδεικτικό και το απολυτήριο είναι μια πιστοποίηση των γνώσεων και των απαραίτητων εφοδίων που έχει αποκτήσει ένας μαθητής. Όταν λοιπόν το αποκτά κανείς και δεν πληροί τις προδιαγραφές, τις οποίες αυτή η πιστοποίηση υπόσχεται, τότε είναι μια ψευδής πιστοποίηση και εμείς ένας αναξιόπιστος οργανισμός, που μοιράζει «πλαστά» ενδεικτικά και απολυτήρια. Ποιος είναι ο κύριος χαμένος από αυτό; Φυσικά τα παιδιά μας, μιας και τους δίνουμε ένα χαρτί μειωμένου κύρους και αξιοπιστίας, με αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις, να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις μετέπειτα απαιτήσεις της σταδιοδρομίας τους.

Αν θέλουμε να καλυτερέψουμε την πατρίδα μας και τους πολίτες της, πρέπει πρώτα να αρχίσουμε από την καλυτέρευση της εκπαίδευσής μας.

Πραγματικά, ευελπιστώ ίσως σε ένα θαύμα, που θα ενεργοποιήσει αυτούς που πρέπει να ενεργοποιηθούν, για το καλό της Δημόσιας Εκπαίδευσης. Η πολιτική του «περάστε τους όλους», πρέπει να τελειώνει, μας έχει διαλύσει. Παράλληλα, πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούν λύσεις ουσιαστικές και ωφέλιμες για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες.

* Καθηγητής Φυσικής