Ακούστηκαν πρόσφατα πολλά για την Τρόζενα. Τόσα πολλά που ο απλός πολίτης ενδεχομένως να έχει συγχιστεί παρά να έχει πλήρη και ορθή ενημέρωση, ιδιαίτερα ίσως επειδή ακούγεται σε κάθε αναφορά του θέματος λέξεις πρωτάκουστες κατά πολλούς. Όλη η κουβέντα λοιπόν περιστράφηκε γύρω από ένα εγκαταλειμμένο εδώ και δεκαετίες οικισμό στην Κοιλάδα του Διαρίζου με κύριο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ευρίσκεται σε μια προστατευόμενη περιβαλλοντικά περιοχή, αλλά ιδιώτης επενδυτής τόλμησε να το ακουμπήσει χωρίς να συμπληρωθούν, ατυχώς βεβαίως, οι διαδικασίες ελέγχου και οι σχετικές αδειοδοτήσεις από κρατικές υπηρεσίες.
Το παρών αρθρίδιο θα προσπαθήσει να ξεκαθαρίσει όσο γίνεται πιο απλά όρους και διαδικασίες που απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία της ΕΕ και φυσικά, όπως ισχύει στη χώρα μας.
Κατ’ αρχήν, το δίκτυο «NATURA 2000» είναι ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο Ειδικών Ζωνών Προστασίας & Διατήρησης το οποίο υιοθετήθηκε στην ΕΕ με στόχο τη διασφάλιση των χώρων όπου εμφανίζονται συγκεκριμένοι αριθμοί οικοτόπων και ειδών, των λεγόμενων κοινοτικού ενδιαφέροντος, ούτως ώστε να αποφευχθεί μια μη αναστρέψιμη απώλεια σημαντικού μέρους της βιοποικιλότητας των εν λόγω οικοτόπων και των απειλουμένων ειδών.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το δίκτυο Natura 2000 στην Κύπρο καλύπτει περίπου 29% της χερσαίας έκτασης του νησιού και υπάρχουν περίπου 70 περιοχές Natura 2000 (χερσαίες και θαλάσσιες). Συγκριτικά, ο μέσος όρος της ΕΕ για τις περιοχές Natura 2000 είναι περίπου 19% της χερσαίας έκτασης της ΕΕ.
Η δημιουργία του εν λόγω δικτύου προβλέφθηκε στην Οδηγία 92/43/ΕΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας» και πραγματοποιείται σε κάθε κράτος Μέλος μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία απογραφών, αξιολογήσεων, κριτηρίων, καθορισμό δράσεων προτεραιότητας για τη διατήρηση ή/και αποκατάσταση των τύπων οικοτόπων και των ειδών των Παραρτημάτων της Οδηγίας που υπάρχουν σε αυτές, σε συνάρτηση με τους κινδύνους που αυτά αντιμετωπίζουν, κ.λπ..
«Ζώνες Ειδικής Προστασίας» είναι εκτεταμένες περιοχές, οι οποίες έχουν οριστεί σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ «περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών», με σκοπό τη διασφάλιση της επιβίωσης και της αναπαραγωγής ειδών ορνιθοπανίδας -μεταναστευτικών και μη- και των οικοτόπων (βιοτόπων) τους στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι περιοχές αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως προστατευόμενες και περιλαμβάνονται στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο «NATURA 2000» σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.
Ειδικότερα, «Τόποι Κοινοτικής Σημασίας» ορίζονται ως τόποι οι οποίοι συνεισφέρουν σημαντικά στη διατήρηση ή αποκατάσταση φυσικών οικοτόπων με βάση την Οδηγία 92/43/ΕΚ, ενώ «Ζώνες Ειδικής Προστασίας» είναι καθορισμένες ζώνες οι οποίες χρήζουν προστασίας και διαχείρισης, αφού φιλοξενούν είδη πτηνών με βάση την Οδηγία για τα Πουλιά 2009/147/ΕΚ, όπως και αποδημητικά είδη των οποίων η έλευση είναι τακτική.
Η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους καθορίζει ότι το κράτος επιφορτίζεται με τη διατήρηση των τύπων οικοτόπων και των ειδών της Οδηγίας στην επιθυμητή κατάσταση διατήρησης. Για να επιτευχθεί αυτό, ταυτόχρονα με τον ορισμό των Ζωνών Ειδικής Διατήρησης λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα, που αποτελούν είτε ειδικά σχέδια διαχείρισης για κάθε περιοχή είτε μέτρα ενσωματωμένα σε άλλα σχέδια διευθέτησης (π.χ. χρήσεις γης). Επίσης λαμβάνονται και τα αναγκαία κανονιστικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα για την προστασία των ανωτέρω τύπων οικοτόπων και ειδών. Δεν υπάρχει προκαθορισμένος «τρόπος προστασίας» από την Οδηγία και κατά την εναρμόνισή της από κάθε κράτος-μέλος ορίζονται τα μέσα και οι διαδικασίες που θα χρησιμοποιηθούν για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων.
Στο σημαντικό ερώτημα εάν το δίκτυο NATURA 2000 αποτελεί εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής διευκρινίζεται ότι ο στόχος της υιοθέτησης του Δικτύου είναι η διατήρηση της βιοποικιλότητας, που αποτελεί με τη σειρά της μια από τις βασικές συνιστώσες της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης.
Σύμφωνα λοιπόν με τις σχετικές Οδηγίες, κατά τη λήψη των μέτρων εφαρμογής τους, λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες. Συνεπώς, η φιλοσοφία των πιο πάνω σχετικών Οδηγιών στηρίζεται στο ότι, ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύει μαζί με τη φύση. Οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα εντός του Δικτύου πρέπει να είναι αειφόρες ή βιώσιμες και σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Αυτό συνεπάγεται ότι μεγάλος αριθμός δραστηριοτήτων εντός του Δικτύου Natura είναι εφικτός, όπως γεωργία, αλιεία, δασοκομία, μελισσοκομία, μικρές οικοτουριστικές μονάδες κ.λπ.. Πρακτικά ομιλούντες, δεν μπορούμε να διαχειριζόμαστε μια περιοχή αν δεν την προστατεύουμε και δεν μπορούμε να προστατεύουμε μια περιοχή αν δεν τη διαχειριζόμαστε κατάλληλα.
H βασική αρχή του Δικτύου Natura 2000 είναι η «συνύπαρξη ανθρώπου και φύσης». Δηλαδή επιτρέπονται έργα και δραστηριότητες, αλλά μόνο εφόσον δεν βλάπτουν ουσιωδώς τα προστατευόμενα είδη και οικοτόπους της περιοχής. Κι αυτό αποφασίζεται μετά από ειδικές μελέτες κατά πόσον το έργο επηρεάζει προστατευόμενα είδη, μεταναστευτικά πουλιά, υδρολογία, φυσικούς οικοτόπους ή τη «συνοχή» της προστατευόμενης περιοχής, κ.λπ..
Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες αφού εξετάσουν τα δεδομένα των μελετών, ως είθισται κατά τη νομοθεσία, εκδίδουν τις ανάλογες άδειες με τους σχετικούς περιοριστικούς όρους για μπορέσει ο ενδιαφερόμενος επενδυτής να προχωρήσει στην υλοποίηση του έργου.
Καταληκτικά, οι προστατευόμενες περιοχές Natura 2000 δεν είναι μόνο σημαντικές για τα οικοσυστήματα της κάθε γεωγραφικής περιοχής. Είναι επιπλέον πολύ σημαντικές για την τοπική κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Προσφέρονται για την ανάπτυξη ήπιων μορφών διάφορων δραστηριοτήτων και επομένως μπορούν να συμβάλλουν με τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η ήπια οικονομική δραστηριότητα στην επικράτειά τους πιθανόν δίνει επιπλέον κίνητρα για τη διασφάλιση της προστασίας τους. Παράλληλα, επισκέψεις σε τέτοιες περιοχές προσφέρει συχνά μοναδικές εμπειρίες στους ανθρώπους και επομένως τους ευαισθητοποιεί σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Συνήθως, ταυτόχρονα με την περιβαλλοντική αξία τους, οι περιοχές αυτές είναι συνδεδεμένες με την τοπική ιστορία και τον πολιτισμό. Επομένως, η διατήρηση αυτών των περιοχών συμβάλλει στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ενισχύει την ταυτότητα της τοπικής κοινότητας.
*Περιβαλλοντολόγος