Με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης «Βασιλιάς Ληρ» από τον ΘΟΚ, επιθυμώ να σχολιάσω την ενδεχόμενη διδασκαλία του έργου στη σχολική εκπαίδευση στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας. Απόσπασμα από το έργο παρατίθεται στο υφιστάμενο σχολικό εγχειρίδιο της Α’ Λυκείου (Κ.Ν.Λ., σ. 390-400). Σε μια εποχή, όπου οι ανθρωπιστικές σπουδές φθίνουν, ενώ η τεχνολογία και η τεχνοκρατική μάθηση κερδίζουν αμείωτα έδαφος, η τέχνη του λόγου και το θέατρο, χαρακτηρίζονται ενίοτε ως καταφύγιο των ρομαντικών και όχι αντικείμενο των λιγότερων πλέον σπουδαστών των θεωρητικών και ανθρωποκεντρικών σπουδών. Ωστόσο, η δυναμικότητα και η ευελιξία του μύθου ως συστατικού στοιχείου των κειμένων -που τείνει να προσαρμόζεται και να επιβιώνει διαχρονικά, παρά την ανάπτυξη της επιστήμης- συνιστά πόλο αντίστασης και επένδυσης στην ανθρωποκεντρική παιδεία ενάντια στη στείρα γνώση, την τεχνική και την εξειδίκευση.  Διαμέσου των μηνυμάτων του, το έργο, το οποίο -παρά τη δυστυχία που αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή- βρίθει από αγάπη για τον άνθρωπο, στέλνει ένα κραυγαλέο αίτημα βάσει του οποίου μπορούμε να αποφύγουμε τον ορατό κίνδυνο της εκτεχνίκευσης και της κοινωνικής αποξένωσης. Η λογοτεχνία συντείνει στην ανάπτυξη του συναισθηματικού κόσμου, του σεβασμού και της ανθρωπιάς ως καίρια ζητούμενα στην εποχή μας. Το παράδειγμα της ζωής των άλλων -θετικό ή αρνητικό- αποτελεί πηγή προβληματισμού για κάθε αναγνώστη.

Το έργο μας μεταφέρει στην Αγγλία της ελισαβετιανής εποχής όπου ακμάζει ιδιαίτερα το θέατρο ως είδος λόγου. Ο Σαίξπηρ, ως θεατρικός συγγραφέας έγραψε, κυρίως έμμετρα δράματα ή αλλιώς ποιητικό θέατρο.

Σύμφωνα με τον μύθο, σε μια μακρινή χώρα της Βόρειας Θάλασσας ζούσε ένας βασιλιάς πάλαι ποτέ ευτυχής. Είχε στην κατοχή του αγαθά αμέτρητα -χρυσάφι, ασήμι, παλάτια, πάμπολλους υπηρέτες- ο λόγος του ήταν νόμος. Όντας, όμως ηλικιωμένος, ζητά διαπιστευτήρια αγάπης πριν μοιράσει το βασίλειό του: κολακευμένος από τις υπερβολικές ανταποκρίσεις των δύο μεγαλύτερων θυγατέρων του, αποκληρώνει την ειλικρινή Κορδέλια και εξορίζει τον δούκα του Κεντ που τον συμβουλεύει ορθά. Ωστόσο, η κορύφωση της διχόνοιας μεταξύ των μεγαλύτερων αδελφών, οδηγεί τελικά σε αλληλοεξόντωση.

Επί σκηνής ζωντανεύει το βαθιά ανθρώπινο δράμα του έκπτωτου βασιλιά που έρχεται αντιμέτωπος με την αναπόφευκτη μοίρα κάθε ανθρώπου, το αδιάκριτο γήρας και τον θάνατο. Το συγκλονιστικό δράμα του ανθρώπου που αποστρέφεται αυτούς που τον αγαπούν, σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη τραγωδία. Εν παραλλήλω, η ζωή του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος τείνει να εγκλωβίζεται στο άτοπο διαδικτυακό σύμπαν -και ελέω πανδημίας- να εκτοπίζεται από την πραγματική ζωή και τη φυσική επαφή με αγαπημένα πρόσωπα, οδεύει προς αποξένωσιν από οικείους, φίλους και ιδίον εαυτόν. Η εγωπάθεια είναι βασικό χαρακτηριστικό του βασιλιά Ληρ. Καθώς διακατέχεται από την ανασφάλεια του επελαύνοντος γήρατος, υποκύπτει στην κολακεία των δύο πρεσβύτερων και υστερόβουλων θυγατέρων του, ενώ κατακεραυνώνεται από την ειλικρίνεια και εντιμότητα της ανιδιοτελούς μικρής θυγατρός του. Η εξουσιομανία του επιζητεί ανελλιπώς ανταλλάγματα, με συνέπεια να εξευτελίζεται μέσα από μια διαδοχή απορρίψεων αυτών.  Η σκηνή της καταιγίδας, στη διάρκεια της οποίας ο Ληρ έρχεται αντιμέτωπος με τη μανία της φύσης, ταυτίζεται με τον ταραγμένο εσωτερικό κόσμο του, που αγωνίζεται εις μάτην να αντιπαρέλθει τη φυσική πορεία των πραγμάτων και τις αναπόφευκτες μεταβολές της ανθρώπινης μοίρας. Η στάση του αυτή, αντισταθμιστικά, τον φέρνει πιο κοντά στην προδιαγεγραμμένη πορεία θανάτου. Γραμμένο το 1609 -μια εποχή ζοφερή, γεμάτη αναρχία- το έργο προσφέρεται για επικαιροποίηση και παραλληλισμό με την τρέχουσα πραγματικότητα. Διαμέσου της επαφής με ένα αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και με τον σαιξπηρικό κόσμο, όπου τίθενται διαχρονικά ανοιχτά ανθρώπινα ερωτήματα, διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι οι ίδιες οι πράξεις μας μπορεί να οδηγήσουν σε εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που επιδιώκουμε, ακόμη και στην αυτοκαταστροφή. Η μη αποδοχή της πραγματικότητας, ο εγωκεντρισμός, η εμμονική συμπεριφορά δεν επιβραδύνουν, αλλά τουναντίον επισπεύδουν όσα πρόκειται να συμβούν και μάλιστα τραγικώ τω τρόπω. 

Ο ναρκισσισμός του Ληρ κι όχι μόνο παραπέμπει σε πολλούς ανθρώπινους τύπους της εποχής μας, οι οποίοι δυστυχώς, αδυνατώντας να αποδεχτούν την απόρριψη ή να διαχειριστούν την πραγματικότητα οδηγούνται σε ακραίες πράξεις, σε βάρος άλλων ανθρώπων, της οικογένειάς τους ή και του ίδιου του εαυτού τους. 

Η πάλη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι κι η αλαζονεία της εξουσίας ανακαλούν έναν άλλο μυθικό σχολικό ήρωα, τον Οιδίποδα Τύραννο (πρβλ. και «Οιδίπους επί Κολωνώ») ο οποίος, τυφλωμένος από τις εμμονές του, αυτοκαταστρέφεται. 

Ο ρεαλισμός, η αποδοχή της αλήθειας, της φυσικής ροής των πραγμάτων, η στωική εγκαρτέρηση κι η ταπεινότητα αποτελούν προκαταβολικά διδάγματα προτού οι νέοι ριχτούν στον στίβο της ζωής. Ο προβληματισμός, η κριτική σκέψη γύρω από λανθασμένες προσωπικές επιλογές συνιστούν στοιχεία αφύπνισης και αντίστασης. Συνάμα, αποτρέπεται η επιλογή μιας παθητικής στάσης ζωής, καθώς διαμέσου των ερειπίων και του εξιλεωτικού θανάτου στο τέλος του έργου, απώτερος σκοπός της ζωής αναδεικνύεται η ανθρώπινη συμφιλίωση.

*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός maria.chatzinicola@mail.com