Οι πληθωριστικές πιέσεις που δέχεται η οικονομία τους τελευταίους μήνες μόνο προβληματισμό προκαλούν. Ιδιαίτερα σε μια χρονική συγκυρία που οι συνέπειες της πανδημίας επαναπροσδιορίζουν τις πολιτικές και οικονομικές προτεραιότητες της κυβέρνησης, καθιστώντας αβέβαιο και δυσανάγνωστο το πολιτικό-κοινωνικό περιβάλλον όπως διαμορφώνεται. Η έκρηξη του πληθωρισμού οφείλεται κατά κύριο λόγω στη ραγδαία αύξηση των τιμών στα ορυκτά καύσιμα και κατά δεύτερο λόγο στα προβλήματα που προέκυψαν στις εφοδιαστικές αλυσίδες, εξαιτίας της πανδημίας, που αποσταθεροποίησε τις αγορές, το εμπόριο και την ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Τον Δεκέμβριο, ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε στο ψηλότερο ποσοστό της τελευταίας δεκαετίας, ροκανίζοντας στην κυριολεξία τα χαμηλά εισοδήματα. Αναμφισβήτητα, η ακρίβεια έχει σοβαρές επιπτώσεις στα εισοδήματα και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, των ανέργων και των συνταξιούχων. Η κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της ότι, στην Κύπρο, 200.000 συμπολίτες μας διαβιούν στο όριο της φτώχειας και επομένως θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα στήριξης τους, όπως η μείωση του ΦΠΑ σε ήδη πρώτης ανάγκης, η μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος και η ενίσχυση των επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας. Στην παρούσα συγκυρία, κρίσιμης σημασίας είναι και η επαναφορά του θεσμού της ΑΤΑ σαν αναντικατάστατου εργαλείου αποκατάστασης της αγοραστικής αξίας των μισθών. Η ΔΕΟΚ έχει την ισχυρή άποψη ότι ο θεσμός της ΑΤΑ θα πρέπει να διευρυνθεί, ώστε να καλύπτει με επάρκεια και τις πιο αδύναμες τάξεις εργαζομένων. Αυτή την ξεκάθαρη θέση θα προβάλουμε στον κοινωνικό διάλογο που αναμένουμε να ξεκινήσει σύντομα για τη θεσμοθέτηση Γενικού Κατώτατου Μισθού. 

Το πρόβλημα της ακρίβειας αναδεικνύει και την ανάγκη καλύτερης και αποτελεσματικότερης εποπτείας της αγοράς, ώστε να προστατεύονται με επάρκεια τα δικαιώματα των καταναλωτών. Δυστυχώς, τα φαινόμενα της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας στην Κύπρο οργιάζουν. Το πρόβλημα της χειραγώγησης των τιμών, μέσω των διαφόρων καρτέλ σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα, εξακολουθεί να υφίσταται, χωρίς να λαμβάνονται σοβαρά μέτρα για την αντιμετώπιση του. Η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, παρά τις ποινές που επέβαλε σε κάποιες εταιρείες για αθέμιτο ανταγωνισμό, εξακολουθεί να είναι υποστελεχωμένη και αναποτελεσματική ως προς το έργο που έχει αναλάβει για τη διασφάλιση υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά και στην οικονομία. Αποτελεί πλέον κοινοτυπία και μέρος της καθημερινότητας μας το γεγονός ότι στην Κύπρο πληρώνουμε το πιο ακριβό ψωμί, το πιο ακριβό γάλα και το πιο ακριβό διαδίκτυο.

Η Κυβέρνηση θα πρέπει να προχωρήσει άμεσε στη θεσμοθέτηση του Επιτρόπου Δικαιωμάτων του Καταναλωτή αλλά και η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού θα πρέπει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο για την πάταξη της αισχροκέρδειας και των ολιγοπωλίων.

Ο αγώνας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των καταναλωτών είναι μια αδιάκοπη προσπάθεια. Μια προσπάθεια στην οποία συμμετέχουν ενεργά οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι σύνδεσμοι καταναλωτών και η Υπηρεσία Προστασίας του Καταναλωτή.  Η σωστή καταναλωτική συμπεριφορά είναι καθοριστικής σημασίας, τόσο για τη διασφάλιση της ποιότητας της ζωής μας, όσο και για την προστασία των οικονομικών μας συμφερόντων. Ιδιαίτερα στις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, με την ψηφιακή τεχνολογία και το διασυνοριακό εμπόριο να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις συναλλαγές, η ανάγκη της επιμόρφωσης των καταναλωτών, ώστε να γνωρίζουν και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους είναι επιτακτική. Οι νέες τεχνολογίες και οι κλιματικές προκλήσεις εκτιμάται ότι θα προσκαλέσουν πρωτόγνωρες αλλαγές στην οικονομία και στην καταναλωτική κουλτούρα. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται ενώπιον μας είναι κατά πόσο η ψηφιοποίηση και η κλιματική μετάβαση θα πραγματοποιηθούν με δίκαιους όρους, συμβάλλοντας στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και της ευημερίας των καταναλωτών. Για το καταναλωτικό κίνημα, το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμης σημασίας, καθώς η απάντησή του θα καθορίσει κατά πόσο θα οξυνθούν περισσότερο οι κοινωνικές ανισότητες και η οικονομική εκμετάλλευση ή κατά πόσο ο πλούτος και η ευημερία που θα δημιουργηθούν θα κατανεμηθούν δίκαια και ισορροπημένα, λαμβάνοντας υπόψη την αειφόρο ανάπτυξη και την προστασία των καταναλωτών.

* Πρόεδρος ΔΕΟΚ