Με το πέρασμα του χρόνου ο Αύγουστος του 1974 μοιάζει με αντανάκλαση του μεγαλύτερου εθνικού δράματος του εικοστού αιώνα. Τον Αύγουστο του 1922 η μνήμη σφραγίστηκε με την αιμάτινη κηλίδα της Μικρασιατικής Καταστροφής, που μάτωσε τον χάρτη από την Ανατολία μέχρι τις Ιωνικές παραλίες του Ομήρου. Τον Αύγουστο του 1974 η Κυπριακή Καταστροφή αφάνισε τον κόσμο μας, από τον Απόστολο Ανδρέα μέχρι τη Μόρφου, αφαιμάσσοντας πόλεις και χωριά κι αντιλαλώντας στο χρόνο το σμυρναίικο μοιρολόϊ των καημών στις εποχές που θα ‘ρθουν. Και στις δύο δραματικές περιόδους ισχύει η κατ’ αναλογία τιτλοφόρηση των γεγονότων που προκάλεσε ο ίδιος εχθρός εναντίον δύο κλώνων της ίδιας φυλής. Ο ίδιος επιδρομέας επέφερε τις ίδιες συμφορές στο ίδιο έθνος. Τη σφαγή, την ατίμωση, τον όλεθρο, τη σκλαβιά και τον ατελεύτητο θρήνο των καταπατημένων πατρίδων που μετέτρεψε σε κόλαση.

Μ’ αυτή τη σκέψη και τον κατ’ αναλογία συσχετισμό των παλιών φιλολόγων, θα επιχειρήσω τη θέαση των πραγμάτων, ανοίγοντας τη μαύρη αυλαία της τραγωδίας που παρατείνεται στα προσκήνια των δραμάτων από το 1922 και το 1974. Με την ίδια θλιβερή διαπίστωση πως και στη μια σκηνή και στην άλλη τα κακά εκπήγασαν από τις ίδιες αιτίες και είχαν τα ίδια αποτελέσματα. Ξεκίνησαν από τις ενδοελληνικές έριδες των κομματικών αντιμαχιών και προεκτάθηκαν από τους εσφαλμένους χειρισμούς των δεδομένων και τις υποχωρήσεις μοιραίων ηγετών που βρέθηκαν στα πηδάλια της εξουσίας, προσφέροντας ελαφρυντικά στην επεκτεινόμενη κατάρα της τουρκικής βουλιμίας

Στην Ελλάδα, ο εθνικός διχασμός και η μοναρχία με τα ασυγχώρητα λάθη χειρισμών, σε συνδυασμό με τα συμφέροντα της οργιάζουσας ξενοκρατίας, έσυραν στον εθνικό όλεθρο, με αποτελέσματα τον ενταφιασμό του ακμάζοντος Μικρασιατικού Ελληνισμού στο απέραντο νεκροταφείο 700.000 σφαγέντων Ελλήνων, υπό τους μαζικούς λυγμούς ενάμισι εκατομμυρίου προσφύγων. Στην Κύπρο με τους 6.000 νεκρούς, τους 1.600 αγνοουμένους, τους 200.000 πρόσφυγες, την κατοχή του ημίσεως των εδαφών και την παράταση της αδικίας,  η κακοδαιμονία σηματοδοτήθηκε από τον πολιτικό διχασμό, την ένταση των παθών, την κακή διαχείρηση των καταστάσεων, την προσήλωση σε προσωποκεντρικές επιδιώξεις, τον ηγεμονικό βοναπαρτισμό και τη χουντική προδοσία, αλλά και τη νηπιώδη αντίδραση και την υποχωρητική αντιμετώπιση του κατακτητή στον διαρρέοντα χρόνο. Και, βέβαια, στα σφάλματα που ακολούθησαν με την απώλεια των ουσιαστικών σκοπών που η λογική και το συμφέρον επέβαλλαν, για την καθήλωση του εχθρού στα διεθνή εδώλια κατηγορίας των αποτροπαίων ιστορικών εγκλημάτων του. Η εσφαλμένη πολιτική του μοναρχικού πείσματος εις μεν την Ελλάδα τελμάτωσε κάθε διεκδίκηση δικαίου και ουσιαστικά απάλλαξε τον Τούρκο σφαγέα από την κατηγορία της γενοκτονίας και της συνεπαγομένης συλλογικής κακουργίας, εις δε την Κύπρο η εμμονή στην επιλογή «φίλων», επέτρεψε στον επιδρομέα τη διολίσθηση από την ενοχή της πολεμικής κατοχής που ούρλιαζε. Αντί να απαιτεί, υπό το κράτος της διεθνούς συμπαράστασης, καταδίκη του Τούρκου κατακτητή και τον διεθνή κολασμό του για  τα δεινά της γενοκτονίας, υποκλινόμενη ενώπιον του κακούργου έσφιγγε το μιαιφόνο χέρι  του θύτη κι άρχιζε άνευ όρων συνομιλίες διακανονισμού ιστορικής ατιμίας, προκαλώντας τον χλευασμό και τις ελεεινολογίες της διεθνούς κοινής γνώμης που απορούσε βλέποντας την κατάπτωση του αδικουμένου, παρ’ όλον ότι από τη δημοσιογραφία προβάλλονταν επιχειρήματα και ιδέες που θεμέλιωναν την εκ των πραγμάτων ηθική, έστω, αντίσταση του λαού μας.  

Παράλληλη ίδια τακτική ακολουθήθηκε και από τη στρατιωτική ηγεσία, ενώ ο Τούρκος προέλαυνε στα πεδία των μαχών. Παραχωρούσε πόλεις και χωριά στον Τούρκο χωρίς αντίσταση. Το έβαζε στα πόδια που απέδιδε ως «ομαλές αναδιπλώσεις»! Την άθλια υποχώρηση του πρίγκιπα Ανδρέα που ενώ ο εχθρός περιήλθε σε απόγνωση και αντιμετώπιζε παράδοση, μιμήθηκαν οι χουντικοί στην Κερύνεια, στον Άγιο Ιλαρίωνα, στο Κιόνελι, στην Καρπασία, στο Βαρώσι. Απαγόρευσαν το πυρ εναντίον των αποβατικών σκαφών, εναντίον των ασθενών τμημάτων προγεφυρώματος, τους τορπιλισμούς από τα υποβρύχια. Διέταξαν παράδοση των Βαρωσίων και της Καρπασίας αποσύροντας τις δυνάμεις αντίστασης, με αποτέλεσμα την αμαχητί κατάληψη από τον επιδρομικό στρατό. Δεν ενίσχυαν τα μαχόμενα τμήματα Πενταδακτύλου και στην προέκταση της Λευκωσίας. Και η Κερύνεια γινόταν Δορύλαιο, η Μόρφου Αϊβαλί, το Βαρώσι Σμύρνη, η Γιαλούσα Κορδελιό, το Ριζοκάρπασο Ερυθραία. Η Μικρασιατική τραγωδία επαναλαμβανόταν. Και τα πάθη του λαού του ’74 θύμιζαν περιγραφές Βενέζη, Πετσάλη, Φωτιάδη για τα συμβάντα του 1922 στην κατακρεουργούμενη πυρπολημένη Σμύρνη… Όμως ακολουθούν οι  αιτίες και οι αφορμές και τα «αμελέ ταμπουρού» της εξόντωσης που εκκαθάρισαν τον απομείναντα Ελληνισμό. Όπως και στην Κύπρο όπου αποτελείωσαν την ελληνική παρουσία στα καταληφθέντα αμαχητί εδάφη μας.

(Διόρθωση: Ο συναγωνιστής Αιμίλιος Πατσαλίδης διορθώνει δικό μου λάθος στο άρθρο «αποστολή θανάτου». Έγραψα ως ημερομηνία την 15η Φεβρουαρίου 1957 ενώ ήταν καλοκαίρι του 1956. Μισό και πλέον αιώνα μετά συγχωρείται) 😉