Στις 25 Νοεμβρίου 2021 είχα την τιμή να προβώ σε δημόσιο σχολιασμό μελέτης του Καθηγητή Ανδρέα Θεοφάνους με τίτλο “A Proposal for a Normal State: The Cyprus Problem after the Five Party Informal Conference” [Πρόταση για ένα Κανονικό Κράτος: Το Κυπριακό Πρόβλημα μετά την Άτυπη Πενταμερή] (διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων). Η τριβή αυτή μου έδωσε την ευκαιρία για εκ νέου προβληματισμό αναφορικά με το τέλμα στο οποίο βρίσκεται το Κυπριακό. Κατ’ αρχάς, η μελέτη του Α. Θεοφάνους μου υπενθύμισε τη σημασία της αξιολογικής ουδετερότητας του επιστημονικού μελετητή πολιτικών θεμάτων: αν και ο συγγραφέας έχει διαμορφώσει απόψεις επί του κυπριακού εκκινώντας από συγκεκριμένες ιδεολογικές καταβολές, εν τούτοις στις κατά καιρούς προτάσεις πολιτικής που υποβάλλει είναι σαφής η προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί (στο μέτρο του δυνατού) από αυτές. Έχοντας αφιερώσει αρκετό χρόνο για τη μελέτη των προσλήψεων και της παρανόησης στην (εξωτερική κυρίως) πολιτική υπό το πρίσμα του ιδεολογικού φακού, πιστεύω ότι η προσπάθεια απεμπλοκής από ιδεολογικά στερεότυπα είναι πολύ σημαντική. Επί του θέματος επανέρχομαι πιο κάτω. 

Πέραν αυτού, η μελέτη του Α. Θεοφάνους περιλαμβάνει αρκετές ενδιαφέρουσες εισηγήσεις, μερικές από τις οποίες δεν με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο, ενώ άλλες θεωρώ ότι δύνανται να συμβάλουν στον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό των κυρίαρχων απόψεων σχετικά με τη διαχείριση του κυπριακού. Μεταξύ αυτών θα ήθελα να επικεντρωθώ σε δύο.

1. Ο Α. Θεοφάνους υπογραμμίζει τη σημασία της σταδιακής υποχώρησης της ηθικής υπεροχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, η οποία είχε εδραιωθεί μετά την τουρκική εισβολή. Επ’ αυτού τονίζει τη σημασία ενός κοινού αφηγήματος, το οποίο να επιτρέπει στην Κυπριακή Δημοκρατία «να εμπνέει το λαό της και να πείθει τους εταίρους της». Είναι γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διαθέτει ενιαίο αφήγημα, γεγονός που προέρχεται από τις θεμελιώδεις εσωτερικές διαφωνίες ως προς τους όρους επίλυσης του Κυπριακού. Μέσα από μια διαλεκτική περί ευκταίου και εφικτού, με το πέρασμα Προέδρων της Δημοκρατίας με διαφορετικές αντιλήψεις επί του κυπριακού προβλήματος, αλλά και εξ αιτίας διαφορετικών προσλήψεων της ιστορίας, καλλιεργήθηκαν κοινωνικές διχοτόμοι με σημείο τριβής τη λύση του Κυπριακού. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη διαμόρφωση πολιτικών/κομματικών και οικονομικών συμφερόντων άρρηκτα συνδεδεμένων με τις κυρίαρχες αντιλήψεις τμημάτων του λαού, ενώ επέδρασε στην κατά καιρούς ανάπτυξη κινηματικής δραστηριότητας (π.χ. Σύνδεσμος Νεοκυπρίων, αντι-ομοσπονδιακές φοιτητικές και προσφυγικές οργανώσεις, Παγκύπρια Κίνηση Πολιτών, «Ως δαμέ» κ.λπ.). Εν προκειμένω, η απουσία κοινού αφηγήματος πρέπει να θεωρείται απόλυτα φυσιολογική συνέπεια των προαναφερθέντων. Αντίστοιχα, η συγκρότησή του αποτελεί ένα εξαιρετικά δυσχερές εγχείρημα η σημασία όμως του οποίου είναι ύψιστη για την ορθολογική διαχείριση του Κυπριακού εντός και εκτός Κύπρου.   

2. Επιπλέον, ο Α. Θεοφάνους υποστηρίζει την ανάγκη υιοθέτησης μίας εξελικτικής προσέγγισης μέσω και της συμφωνίας επί συγκεκριμένων μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, η οποία να αποσκοπεί στην σταδιακή ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τουρκίας και, εν τέλει, στην υιοθέτηση ενός ιδιότυπου ομοσπονδιακού μοντέλου. Είναι σαφές ότι η ιδέα αυτή προσκρούει (όπως όλες άλλωστε) στις ηγεμονικές αξιώσεις της Άγκυρας και στην επιμονή της για διχοτομημένη κυριαρχία στην Κύπρο, αλλά και στον ουσιαστικό έλεγχο που αυτή ασκεί επί του ψευδοκράτους. Εντούτοις, ούτε η πλευρά μας υπήρξε ποτέ ευέλικτη ως προς αυτό το ζήτημα. Η προσέγγιση της συνολικής λύσης (με μια μονοκονδυλιά δηλαδή να διαγραφούν τα ιστορικά τραύματα και η εθνοτική ρήξη δεκαετιών και να πειστεί ο λαός για την ανάγκη άμεσης μετάβασής του σε ένα θεμελιωδώς διαφορετικό συνταγματικό και κοινωνικο/πολιτικό καθεστώς) συνέβαλε ουσιαστικά στις αποτυχίες του Σχεδίου Ανάν και του Κραν Μοντανά. Διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις προέβαλλαν πάντα διαφορετικά, αλλά εξίσου αδιέξοδα, επιχειρήματα κατά της εξελικτικής προσέγγισης. Κανείς δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι μια τέτοια προσέγγιση θα άλλαζε τη μοίρα του Κυπριακού προς το καλύτερο. Εντούτοις, θα μπορούσαμε π.χ. να υποστηρίξουμε ότι ενδεχομένως (ασχέτως του κατά πόσον συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς επί της ουσίας με την υφιστάμενη βάση λύσης του κυπριακού), εάν είχε στο παρελθόν υιοθετηθεί και υπήρχε σήμερα μια τέτοια εξελικτική διαδικασία, η Τουρκία και το ψευδοκράτος πιο δύσκολα θα «τίναζαν» τις συνομιλίες στον αέρα προτείνοντας δύο κράτη και συνομοσπονδία, αφού έτσι θα τίναζαν και τη (συμφωνημένη, ρητά ή σιωπηρά) εξελικτική διαδικασία. Επιπλέον, ο ΓΓ του ΟΗΕ πιο δύσκολα θα τηρούσε την ουδέτερη στάση που τηρεί έναντι του αδιεξόδου στο κυπριακό, αφού θα υπήρχαν σαφώς πιο εμφανή και αναμφισβήτητα δεδομένα ως προς τις ευθύνες για το αδιέξοδο.

Το τέλμα στο κυπριακό υπενθυμίζει όχι την αποτυχία της μίας ή της άλλης παράταξης, του ενός ή του άλλου Προέδρου, αλλά τη διαχρονική αδυναμία της ελληνοκυπριακής πλευράς να αντιληφθεί σωστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο το κυπριακό πρόβλημα υπάρχει και εξελίσσεται. Η επιμονή σε αδιέξοδες νοοτροπίες μπορεί να οδηγεί μόνο σε αδιέξοδα, αλλά και να ενισχύει τις πιθανότητες νέων δεινών στο μέλλον. Συνεπώς, οι σοβαρές εναλλακτικές ιδέες δεν θα έπρεπε να απορρίπτονται αβασάνιστα, αλλά να αξιολογούνται αντικειμενικά και, στο μέτρο του δυνατού, να τους επιτρέπεται να εμβολιάζουν τις σχετικές πολιτικές και διαδικασίες. 

 

 

*Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας