Παρακολούθησα με ιδιαίτερο προβληματισμό τη δημόσια συζήτηση αναφορικά με τις υψηλές αυξήσεις των ταριφών για τις υπηρεσίες που παρέχουν οι ανάδοχοι των συμβάσεων παραχώρησης (διαχείρισης) του λιμανιού Λεμεσού. Εξακολουθεί να έχει όφελος και αξία να εξεταστεί γιατί σήμερα είμαστε σε αυτή την πολύ δύσκολη θέση, να καταβληθεί προσπάθεια άντλησης διδαγμάτων αλλά και να γίνει προσπάθεια λήψης διορθωτικών μέτρων.  

Συνοπτικά σημειώνονται τα εξής: 

Οι συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών λιμένα είναι μακροχρόνιες συμβάσεις 20-30 ετών. Είναι λογικό στις συμβάσεις αυτές, ιδιαίτερα εάν οι ταρίφες είναι ρυθμιζόμενες από το κράτος, να υπάρχει μηχανισμός αναπροσαρμογής τους. Συναφώς, είναι λογικό να υπάρχουν ρήτρες, οι οποίες να επιτρέπουν στον ανάδοχο να μετακυλήσει αύξηση του λειτουργικού του κόστους από εξωγενείς παράγοντες, την οποία δεν θα μπορούσε να προβλέψει κατά την υπογραφή της σύμβασης, στις ταρίφες του.

Η επιλογή όπως ο μηχανισμός αυτός, ο οποίος σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, είναι ο ευρωπαϊκός δείκτης τιμών παραγωγού (κόστος ενέργειας, υλικών και εργατικά),εκ πρώτης φαίνεται να μην δικαιολογείται, ούτε να βασίζεται στα θεμελιώδη. Το εύλογο ερώτημα στον μέσο άνθρωπο είναι πώς η αύξηση στην τιμή των υλικών, π.χ σιδήρου, τσιμέντου κοκ, η οποία είναι βασική συνιστώσα στον πιο πάνω αναφερόμενο δείκτη τιμών παραγωγού, επηρεάζει το κόστος διαχείρισης ενός λιμανιού; 

Με βάση τη βιβλιογραφία, η καλύτερη ασφαλιστική δικλείδα για να μην παρατηρούνται φαινόμενα κερδοσκοπίας σε τέτοιου τύπου συμβάσεις είναι η ύπαρξη συνθηκών όπου μπορεί να αναπτυχθεί υγιής ανταγωνισμός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το λιμάνι της Λεμεσού είναι φυσικό και απόλυτο μονοπώλιο ως σημείο εισαγωγών – εξαγωγών στη χώρα, όχι μόνο σε σύγκριση με άλλα εγχώρια λιμάνια, αλλά και γενικότερα, αφού δεν υπάρχει χερσαία διασύνδεση με άλλες χώρες.

Με βάση το  δημοσιευμένο εγχειρίδιο PORT REFORM TOOLKIT mod 5, της Παγκόσμιας Τράπεζας, η επιλογή χρήσης εξωτερικών δεικτών (indexation) ως μηχανισμός αναπροσαρμογής των ταριφών, λόγω του ότι η σύμβαση είναι μακροχρόνια, φαίνεται πως δεν είναι ο Κανόνας, ούτε η συνήθης πρακτική, όπως ακροθιγώς αφέθηκε να νοηθεί. Με βάση το εγχειρίδιο της Παγκόσμιας Τράπεζας, υπάρχει αναφορά χρήσης του indexation σε συγκεκριμένο αριθμό συμβάσεων παραχώρησης λιμένων. Συναφώς, με βάση το εγχειρίδιο της ΠΤ, σημειώνεται ότι, στην απουσία επαρκούς ανταγωνισμού, η χρήση τέτοιων δεικτών, χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες, δημιουργεί πολύ υψηλό ρίσκο στον ιδιοκτήτη για υπερβολική και μη δικαιολογημένη αύξηση των ταριφών.

Ασφαλιστικές δικλείδες θα ήταν η επιβολή οροφής ή πρόνοιας για εξέταση αιτήματος μετά από διαφοροποίηση των δεικτών κατά πόσο η αύξηση έχει όντως οικονομική επίπτωση στη λειτουργία του λιμανιού. Συνεπώς, ο ανάδοχος δικαιολογείται να τη μετακυλήσει στις ταρίφες του. Ερωτηματικό παραμένει κατά πόσο η ρήτρα στην υπό αναφορά σύμβαση παραχώρησης είναι τέτοια που τυχόν μελλοντική μείωση του δείκτη τιμών παραγωγού θα οδηγήσει αντίστοιχα σε μείωση των ταριφών.

Με βάση τα πιο πάνω, το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί χρησιμοποιήθηκε η προσέγγιση του indexation για την αναπροσαρμογή των ταριφών, χωρίς καμία ασφαλιστική δικλείδα, σε ένα απόλυτο ιδιωτικό μονοπώλιο; Περαιτέρω, θα πρέπει να επεξηγηθεί γιατί χρησιμοποιήθηκε ο συγκεκριμένος δείκτης (ευρωπαϊκός δείκτης τιμών παραγωγού), ο οποίος έχει μια βασική συνιστώσα (τιμές υλικών) η οποία δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με το λειτουργικό κόστος ενός λιμανιού ή με αναπροσαρμογή λόγω μείωσης της αγοραστικής αξίας του χρήματος με την πάροδο του χρόνου.

Σύμφωνα με τη δημόσια διαθέσιμη πληροφόρηση, για τη συνομολόγηση της σύμβασης αυτής αγοράστηκαν υπηρεσίες εξωτερικού σύμβουλου. Αν μπορεί να αντληθεί ένα δίδαγμα από τη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πως οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και ειδικότερα κρίσιμες παράμετροι τέτοιων πολύπλοκων διαδικασιών και συμβάσεων, θα πρέπει να τυγχάνουν ομότιμης αξιολόγησης (peer review) από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Συναφώς, εκ των πραγμάτων ο χειρισμός της συγκεκριμένης σύμβασης ως απόρρητης φαίνεται να μην εξυπηρέτησε το δημόσιο συμφέρον.  

Τέλος, σε ό,τι αφορά την «πυροσβεστική» λύση που προκρίνεται, όπως το κράτος αποποιηθεί το μερίδιο που του αναλογεί από την αύξηση στις ταρίφες, φαίνεται να εφαρμόζεται η ρήση το “μη χείρον βέλτιστον”, καθώς τυχόν αύξηση, στα ποσοστά που αρχικά δημοσιεύτηκαν, θα δημιουργήσει φαύλο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων σε μία ήδη οριακή και δύσκολη περίοδο για την οικονομία. 

* Μηχανολόγος Μηχανικός Dipl Eng, MBA 

(Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές)