Μία νεαρή κοπέλα 19 χρόνων, οδηγείται από φίλους της η ώρα 3:30 το πρωί σε ιδιωτική κλινική, σε κατάσταση πανικού. Κλαίει και αρνείται να την πλησιάσει ο ιατρός που κλήθηκε να την περιθάλψει. Η φίλη της αναφέρει στον ιατρό, ότι η κοπέλα είχε πέσει θύμα βιασμού και ο ιατρός καλεί την Αστυνομία. Η κοπέλα δίνει δύο καταθέσεις στην Αστυνομία και καταγγέλλει ομαδικό βιασμό της. Λίγες μέρες μετά, η Αστυνομία καλεί την κοπέλα στον Αστυνομικό Σταθμό για διευκρινίσεις. Η κατάθεση της ξεκινά στις 19:15 και συμπληρώνεται η ώρα 23:00 με δύο δεκαπεντάλεπτα διαλείμματα. Η ώρα 1:15 το πρωί και ενώ η κοπέλα βρίσκεται για έξι ώρες για ανάκριση στον Αστυνομικό Σταθμό μίας ξένης χώρας, χωρίς την παρουσία δικηγόρου σε οποιοδήποτε στάδιο, αποφασίζει θεληματικά να αλλάξει την κατάθεση της και να ομολογήσει ότι είπε ψέματα για τον βιασμό της.
Αυτά είναι τα γεγονότα, όπως καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκδόθηκε τη περασμένη Δευτέρα στην γνωστή υπόθεση καταδίκης της νεαρής Βρετανίδας για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης.
Διαβάζοντας την απόφαση, μετά την πρώτη οργή και αγανάκτηση, δύο ήταν οι δικές μου κυρίαρχες σκέψεις: Έχουμε μία Αστυνομία, που έπιασε -ξανά- πάτο και ένα Δικαστή που στην ουσία την επικρότησε. Την ίδια στιγμή όμως, έχουμε ένα Ανώτατο Δικαστήριο που άχθηκε -ξανά- στο ύψος των περιστάσεων, έσωσε ότι σώζεται από τον διασυρμό, την ταλαιπωρία και τον εξευτελισμό του θύματος και έδωσε μαθήματα ως προς το ποιος είναι ο ρόλος και η αποστολή του Δικαστηρίου στις σύγχρονες Κοινωνίες.
Ας πιαστούμε λοιπόν από την ελπίδα που γεννά η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Να δούμε πρακτικά πλέον, πως προσεγγίζουμε τα όσα καταγράφονται στην απόφαση.
Αφού η Αστυνομία, ή έστω αριθμός μελών της, δεν γνωρίζει τα βασικά, ας επικεντρωθεί το αρμόδιο Υπουργείο στην εκπαίδευση των αστυνομικών πρώτης γραμμής. Ας ξεκινήσει από τα βασικά. Είναι δυνατόν να αφήνεται νεαρή γυναίκα, φερόμενο θύμα ομαδικού βιασμού να ανακρίνεται από άντρα αστυνομικό για έξι συνεχόμενες ώρες, χωρίς την παρουσία δικηγόρου; Αν η εκπαίδευση γίνεται ήδη, -πράγμα που πολύ αμφιβάλλω- ας επικεντρωθούμε στη δημιουργία και εφαρμογή μηχανισμών ελέγχου. Διότι προφανώς κάτι πάει λάθος.
Αφού αριθμός Δικαστών, έστω πολύ μικρός, επίσης δεν γνωρίζουν τα βασικά, ας τεθεί σοβαρά στο τραπέζι από τη Σχολή Δικαστών το ζήτημα της εκπαίδευσης Δικαστών γύρω από αδικήματα βίας, περιλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας. Στα πρότυπα της εκπαίδευσης που ήδη γίνεται για τα αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών. Είναι δυνατόν Δικαστής να μην αξιολογήσει την τη μη τήρηση επιβαλλόμενων και επιτακτικών υποχρεώσεων της Αστυνομίας ως ζήτημα διασφάλισης των δικαιωμάτων της φερόμενης πλέον ως ύποπτης νεαρής, σε συνδυασμό με τις συνθήκες της, όπως αυτές καταγράφονται πιο πάνω; Είναι δυνατόν να μην εξετάσει αν η φερόμενη ως ύποπτη με τις συγκεκριμένες συνθήκες, είχε επίγνωση των συνεπειών της όποιας παραίτησής της -εάν υπήρξε τέτοια- από το δικαίωμα να έχει δικηγόρο;
Η Δικαιοσύνη μίλησε μέσω της απόφασης κόλαφο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τώρα είναι καιρός να δράσει η Πολιτεία. Μέσω πρακτικών προσεγγίσεων, να επιδιωχθεί λύση στο πρόβλημα. Διαφορετικά, η απόφαση του Ανωτάτου θα κοσμεί απλά τις νομικές βιβλιοθήκες μας. Οι αποφάσεις Δικαστηρίων δεν εξυπηρετούν μόνο την επίλυση διαφορών και τη δημιουργία Νομολογίας. Ενίοτε δίδουν γραμμή και κατεύθυνση για το που πρέπει να κινηθεί το σύστημα.
Και κάτι τελευταίο: Είναι καλό να ασχοληθεί κάποιος στα σοβαρά και με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο που πιθανόν να υπάρχει ανάμεσα σε συγκεκριμένα μέλη της Αστυνομίας ή του Δικαστικού Σώματος, ως προς τη στάση τους απέναντι σε φερόμενα θύματα σεξουαλικών αδικημάτων. Δεν υπαινίσσομαι απολύτως τίποτα για την συγκεκριμένη υπόθεση. Απλά, με αφορμή την απόφαση και μέσα στα πλαίσια της διαφάνειας που πρέπει να διέπει την άσκηση της όποιας εξουσίας, θα πρέπει για σκοπούς ελέγχου να γίνεται και αυτή η άσκηση.
*Δικηγόρος