Το τελευταίο διάστημα και μετά την πρόθεση από τις διαχειρίστριες εταιρείες του Λιμανιού Λεμεσού για επιβολή αυξήσεων, η προσοχή όλων των οικονομικών φορέων, των αρμοδίων υπουργείων ακόμα και της Βουλής στράφηκε προς τη λιμενική δραστηριότητα.
Για το ΚΕΒΕ, και τα δυο λιμάνια αποτελούν ιδιαίτερα κρίσιμες υποδομές, αφού από την αποτελεσματική λειτουργία τους επηρεάζεται το σύνολο σχεδόν του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου της χώρας. Για το λόγο αυτό, μέσα από τις δομές του ΚΕΒΕ διαχρονικά παρακολουθούνται όλες οι λιμενικές εξελίξεις, με συμμετοχή σε όλες τις σχετικές εθνικές επιτροπές και στα κέντρα λήψεως αποφάσεων.
Πάγια θέση του ΚΕΒΕ είναι ότι τα λιμάνια πρέπει να παρέχουν υψηλής ποιότητας και ταχείς υπηρεσίες σε ανταγωνιστικές τιμές, να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στο διεθνές διαμετακομιστικό εμπόριο, ιδιαίτερα σε αυτό που διακινείται στην Ανατολική Μεσόγειο και να διατηρήσουν ευέλικτη και αποτελεσματική λειτουργία, προχωρώντας ταυτόχρονα σε όλες τις αναγκαίες επενδύσεις σε υποδομές και σύγχρονα μέσα λειτουργίας.
Παρά τις κατά περιόδους συζητήσεις αναφορικά με την ορθότητα ιδιωτικοποίησης του λιμένα Λεμεσού θα πρέπει να σημειώσουμε ότι από τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν αποδεικνύεται ξεκάθαρα ότι η ιδιωτικοποίηση έχει αποδειχθεί οικονομικά επωφελής για το κράτος, αφού από το 2017 μέχρι το πρώτο τρίμηνο του 2021 έλαβε έσοδα ύψους 201 εκατ. ευρώ, σε σύγκριση με 115 εκ. για την περίοδο 2012 – 2016 πριν την ιδιωτικοποίηση. Σημαντικά οφέλη υπήρξαν και για τις επιχειρήσεις, με τη σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας του λιμανιού, αφού ο χρόνος εξυπηρέτησης έχει μειωθεί από τα 90 λεπτά στα 30-35 / εμπορευματοκιβώτιο. Ταυτόχρονα, έχουν επιλυθεί αρκετά διαχρονικά προβλήματα που παρουσιάζονταν λόγω της µη επαρκούς επένδυσης σε νέο εξοπλισμό, ενώ έχουν μειωθεί σημαντικά οι εργατικές διαφορές.
Υπενθυμίζουμε ότι από τη συμφωνία παραχώρησης του λιμανιού Λεμεσού το κράτος θα λαμβάνει για τον Τερματικό Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων ποσοστό 62,7% των εσόδων στα μεικτά εισοδήματα για περίοδο 25 ετών, ποσοστό 10,1% για τις Θαλάσσιες Υπηρεσίες για περίοδο 15 ετών και ποσοστό 52,1% για τον Τερματικό Σταθμό Γενικού Εμπορίου για περίοδο 25 ετών.
Επανερχόμενος στα πιο πρόσφατα γεγονότα και στην πρόθεση των διαχειριστριών εταιρειών για επιβολή αυξήσεων, δικαιολογημένα δημιουργήθηκε η ανησυχία στις τάξεις των μελών του ΚΕΒΕ, αφού η περίοδος που διανύουμε είναι αρκετά δύσκολη για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Πέραν των περιορισμών που επιβλήθηκαν από την πανδημία, έχουμε την τεράστια αύξηση στο κόστος της ενέργειας και των καυσίμων, τη δυσκολία εξεύρεσης διαθέσιμων εμπορευματοκιβωτίων, γεγονός που έχει εκτοξεύσει τα μεταφορικά κόστη των εμπορευμάτων, τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις, τους περιορισμούς στη διάθεση πρώτων υλών και γενικότερα τη διαταραχή στη διεθνή αλυσίδα μεταφορών και εφοδιασμού, με συνεπακόλουθα τις αυξήσεις σε όλα τα ανεξαίρετα τα προϊόντα.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε, ωστόσο, ότι και οι διαχειρίστριες εταιρείες του Λιμανιού, δικαιολογημένα σε κάποιο βαθμό, εκφράζουν την πρόθεση τους για αυξήσεις, αφού τα κόστη λειτουργίας του λιμανιού, λόγω των αυξήσεων του εργατικού αλλά και της αύξησης στο κόστος της ενέργειας, έχουν αυξηθεί δραματικά. Η συμφωνία παραχώρησης επιτρέπει στους διαχειριστές να επιβάλουν τις συγκεκριμένες αυξήσεις χρησιμοποιώντας το Δείκτη Τιμών Παραγωγού στην εγχώρια αγορά της Eurostat που είναι ο βασικός Δείκτης για τον υπολογισμό των αυξήσεων στις ταρίφες.
Οι δύο αδυναμίες της σύμβασης
Το ΚΕΒΕ, εντοπίζοντας έγκαιρα αυτή την αδυναμία της σύμβασης, προχώρησε (προ διετίας) με την κατάθεση νομικής γνωμάτευσης στο Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, τεκμηριώνοντας ξεκάθαρα ότι η συμπερίληψη στον Δείκτη μόνο των τιμών παραγωγού για την εγχώρια αγορά, εξαιρώντας τις εξαγωγές, είναι λανθασμένη πρακτική. Με εξαίρεση το εργατικό κόστος και το κόστος της ενέργειας που, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω επηρεάζουν αρνητικά τους διαχειριστές, τα υπόλοιπα στοιχεία της αύξησης του Δείκτη οφείλονται κατά κύριο λόγο σε εισαγόμενο πληθωρισμό, που επηρεάζει το κόστος παραγωγής των εγχώριων προϊόντων και δεν έχει καμιά σχέση με το κόστος λειτουργίας των λιμανιών. Θέση του ΚΕΒΕ είναι όπως στον υπολογισμό του πιο πάνω Δείκτη θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι δύο υπό-δείκτες που τον συναποτελούν και αφορούν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο.
Η δεύτερη εξίσου σημαντική αδυναμία του Δείκτη είναι ότι ο καθορισμός της αύξησης (16%) προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ των μηνών Δεκεμβρίου του 2020 με το Δεκέμβριο του 2021, αντί να λαμβάνεται υπόψιν η διαφοροποίηση του Δείκτη σε ετήσια βάση. Από τα στοιχεία της Eurostat, η μεταβολή του δείκτη σε ετήσια βάση μεταξύ του 2020 και του 2021 ανέρχεται στο 7.5%, αντί του 16% που προκύπτει με βάσει τις πρόνοιες τις σύμβασης. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει την ορθότητα της θέσης του ΚΕΒΕ ότι ακόμα και με τη χρήση αυτού του Δείκτη (με τον οποίο το ΚΕΒΕ διαφωνεί αφού δεν έχει άμεση σχέση με τα κόστη λειτουργίας των λιμανιών), αν χρησιμοποιείτο ο συνολικός Δείκτης σε ετήσια βάση, η αύξηση θα ήταν 7.5% και όχι 16% όπως συζητείται.
Σε όλη αυτή τη συζήτησημ το ΚΕΒΕ ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλομ λειτουργώντας όπως πάντοτε με σύνεση και υπευθυνότητα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη να προστατευθούν σωστά τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των διαχειριστών, των χρηστών ου λιμανιού αλλά και των καταναλωτών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ανταγωνιστικότητα των λιμανιών ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία διαμετακομιστικού εμπορίου στην Αν. Μεσόγειο.
Μια από τις εισηγήσεις του ΚΕΒΕ είναι όπως το κράτος αποποιηθεί το μερίδιο που του αναλογεί από τις συμβάσεις ώστε να μειωθεί το ποσό της τελικής αύξησης. Θα πρέπει, όμως, να αναμένουμε να εξεταστεί το θέμα αυτό από νομικής πλευράς ώστε να μην προκύψουν τυχόν θέματα σύγκρουσης με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Στόχος όλων πρέπει να είναι η επιβολή μόνο εκείνης της αύξησης που πραγματικά δικαιολογείται ώστε να μην προκληθούν αχρείαστες αλυσιδωτές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας. Το ΚΕΒΕ ευχαριστεί τον Υπουργό και το Γ/Δ του Υπουργείου Μεταφορών αλλά και τις Διαχειρίστριες εταιρείες για τη θετική ανταπόκριση τους στην έκκληση του Επιμελητηρίου να εργαστούμε ομαδικά για την επίλυση αυτού του θέματος, και προβλέπει σε θετική κατάληξη.
* Διευθυντής Τμήματος Βιομηχανικής Ανάπτυξης, Καινοτομίας & Περιβάλλοντος, ΚΕΒΕ