Αποτυπώνοντας τις πρόνοιες του Στρατηγικού Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής 2022-2024, αναδεικνύεται πως, «η έλλειψη διαφάνειας και χρηστής διοίκησης και τα περιστατικά διαφθοράς αποτελούν σημαντικούς ανασταλτικούς παράγοντες για την επενδυτική δραστηριότητα και την ανάπτυξη κάθε οικονομίας. Σημαντική στα πλαίσια αυτά είναι η επιτάχυνση της υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής και του Σχεδίου Δράσης για καταπολέμηση της διαφθοράς… που βασίζονται στο τρίπτυχο κράτους δικαίου, διαφάνειας και λογοδοσίας…».
Σαφώς και η κρίση, τα προβλήματα, η σήψη, η αμετροέπεια, η διαφθορά και η πολιτική ένδεια, σε συνάρτηση με την ανάγκη για κοινωνική συνοχή και οικονομική ανάκαμψη και ανάπτυξη στη βάση του ηθικού, του πρέποντος και του δίκαιου, δημιουργούν συγκλίσεις οι οποίες μπορούν να αναδείξουν τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες για τη σύνθεση πολιτικών συνισταμένων στη βάση μιας σύγχρονης δημοκρατικής συνύπαρξης και πολιτικής συνεργασίας, στην ώρα της και στο πλαίσιο των επόμενων προεδρικών εκλογών.
Αυτή τη στιγμή οφείλουμε όλοι, πολιτεία και κοινωνικοί εταίροι, να ενώσουμε δυνάμεις, συλλογικά και αλληλέγγυα, συνθέτοντας απόψεις και πολιτικές στρατηγικές με στόχο να δοθεί πραγματική και ουσιαστική διέξοδος στα κοινωνικοοικονομικά και εργασιακά προβλήματα.
Η εμπιστοσύνη και η συμμετοχική δημοκρατία κερδίζονται και επιτυγχάνονται διά του παραδείγματος και μέσα από πράξεις και έργα, δίνοντας τις απαιτούμενες προτεραιότητες και με τελικούς αποδέκτες την ίδια την κοινωνία των πολιτών, τους εργαζόμενους και την επιχειρηματικότητα.
Η θεσμική αξιοποίηση, τόσο της Βουλής όσο και του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, σε συνάρτηση και με την εκτελεστική εξουσία, έχουν αποδείξει στο πρόσφατο παρελθόν πως, μπορούν να διαχειριστούν μεγάλα προβλήματα, δίνοντας συγκεκριμένες λύσεις και δημιουργώντας ανάλογες προοπτικές. Από το «οικονομικό θαύμα» που ακολούθησε την τουρκική εισβολή του 1974, μέχρι και τον «απεγκλωβισμό» από την Τρόικα και τη δημιουργία συνθηκών οικονομικής και δημοσιονομικής ανάπτυξης, όπως βέβαια και για τη συλλογικότητα στη διαχείριση της πανδημίας και των αρνητικών της προεκτάσεων, πέρα από το υγειονομικό σκέλος και σε κοινωνικό, οικονομικό και εργασιακό επίπεδο.
Η από κοινού «απόσειση» του πολιτικού Μακιαβελισμού και η εδραίωση της κοινωνικής θεώρησης των προτεραιοτήτων, στο πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, αξιοποιώντας τις θεσμικά και κοινωνικά εδραιωμένες δομές, μπορεί να απομονώσει τις μονοδιάστατες προσεγγίσεις του νεοφιλελευθερισμού και της ταξικής πάλης, αναδεικνύοντας τη διάσταση της πλουραλιστικής ηθικής, της ισονομίας και της ισοπολιτείας στην πολιτική, ελπίζοντας και στην αναστροφή της απαξίωσης των πολιτών προς την πολιτική και τα οργανωμένα σύνολα γενικότερα.
Στην Αρχαία Ελλάδα, η συνύπαρξη ηθικής και πολιτικής, είχε συνδράμει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Αντίθετα, η σύγχρονη μοιρολατρική προσέγγιση της ουτοπικότητας αυτής της συσχέτισης, περιορίζει τον προβληματισμό και τη διεύρυνση ενδεχομένως των διευρυμένα κοινά αποδεκτών επιλογών, ακόμα και μέσα από τους κομματικούς συνδυασμούς.
Η αξία της ηθικής στην πολιτική, αφορά κυρίως στη συνειδητή επιλογή μιας ενέργειας με γνώμονα και προϋπόθεση το πρέπον, το ηθικό και το δίκαιο. Αυτό συμβάλλει στην οικοδόμηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, μέσα από τον σεβασμό και την κατανόηση, όπως βέβαια και ως απότοκο της προώθησης των κοινωνικών δικαιωμάτων, αναγκών και επιθυμιών, καθώς και την ανάλογη εφαρμογή τους στην πράξη. Ανάλογα αναδεικνύεται και το γεγονός πως, η πολιτική στην αρχαιοελληνική της έννοια, διάσταση και θεώρηση, παραπέμπει στη συλλογικότητα, η οποία βασίζεται στη λογική του «άρχειν» αλλά και του «άρχεσθαι».
Η σύζευξη θεωρίας και πράξης, αφορούσε την προϋπόθεση πως, ο πολίτης και η πόλη, ως αποτύπωση της ενεργούς κοινωνίας, θα προοδεύσουν φτάνοντας στην «ευδαιμονία» και στην «αρετή» και πως, ο ένας διά του άλλου, θα γίνει «δίκαιος»-τέλειος, σύμφωνα και με τον Πλάτωνα. Σε αυτή τη λογική, ο ρόλος του πολιτικού γίνεται κεντρικός, καθώς μέσα από τις πράξεις του, καθορίζεται και η δυνατότητα των πολιτών για μετάβαση στην αρετή, στη λογική του ηθικά ακέραιου πολιτικού ηγέτη.
Η σημερινή αδυναμία συνταύτισης αυτών των εννοιών μέσα από συγκεκριμένα ενδεχομένως πρότυπα, δεν κατατάσσει αυτή τη λογική στη σφαίρα της ουτοπικότητας. Αντιθέτως, ενισχύει την ανάγκη για διεκδίκηση της ηθικής ως προϋπόθεση διασφάλισης του «ευ ζην», στο πλαίσιο και της Αριστοτέλειας ανάδειξης της διασύνδεσης ηθικής και πολιτικής μέσα από τη θεώρηση πως «τον κόσμο τον κατακτάς αν σκέφτεσαι με την καρδιά», σε συνάρτηση και με την ανάδειξη του ρόλου της παιδείας, του πολιτισμού και της θρησκείας.
Παράλληλα, η τελμάτωση στο Κυπριακό και οι διχοτομικοί κίνδυνοι που ελλοχεύουν, όπως και η ανάγκη επανασύστασης του κοινωνικοπολιτικού ιστού, βελτιώνοντας έτσι τη διεθνή υπόσταση του κράτους και αυξάνοντας τη διαπραγματευτική δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας για επίτευξη λύσης που θα εδράζεται στις αρχές και αξίες της Ε.Ε., προκρίνουν την ανάγκη για τη δημιουργία οικουμενικής και συνθετικής διακυβέρνησης. Μέσα από αυτή τη λογική θα δοθεί η δυνατότητα για μεγαλύτερη προσήλωση στη διαχείριση και επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζονται αυτή τη στιγμή, θα περιορίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη χρονική διάρκεια, αλλά και την αντιπαραθετική ένταση της προεκλογικής περιόδου, ενώ παράλληλα θα μειώσει τα περιθώρια λαϊκίστικων τοποθετήσεων, υποσχέσεων και παραχωρήσεων, όπως και την κατάθεση καιροσκοπικών και ατεκμηρίωτων αιτημάτων και παράλογων διεκδικήσεων και προσδοκιών.
Αναντίλεκτα, οι παράμετροι που συνθέτουν το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, μπορούν να αποτελέσουν ένα κοινά αποδεκτό και συνεκτικό υπόβαθρο συνεργασίας και στοιχείο ομαλής μετάβασης από τη μια διακυβέρνηση στην άλλη. Στην ίδια βάση, ένα τέτοιο επίτευγμα, θα μπορεί να υλοποιήσει πολύ πιο εύκολα την υπό εξέλιξη διαδικασία των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα έχουν ως τελικό αποδέκτη την κοινωνία, τους πολίτες, τους εργαζόμενους και την οικονομική δραστηριότητα.
Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη ενώπιον της Επιτροπής Εμπορίου της Βουλής, σε ό,τι αφορά τις απαράδεκτες και χρονικά άτοπες χρεώσεις των τραπεζών, επιβεβαιώνει σίγουρα την ανάγκη για πιο άμεση και αποτελεσματική διαχείριση των αρνητικών επιδράσεων στην κοινωνία αλλά και στην οικονομική δραστηριότητα. Την ίδια στιγμή, επιβεβαιώνεται, μέσα και από την κομματική ομοφωνία που μέχρι στιγμής καταγράφεται στην προσέγγιση του συγκεκριμένου θέματος πως, αίροντας τις όποιες μικροπολιτικές σκοπιμότητες και με διάθεση την καταπολέμηση των κατεστημένων, μπορούν να δημιουργηθούν συγκλίσεις που οδηγούν σε αποτελεσματικές και στοχευμένες συνεργασίες.
Η πρόκληση λοιπόν βρίσκεται ενώπιον όλων μας, κάνοντας τις απαιτούμενες υπερβάσεις και θέτοντας τις βάσεις αρχών και προτεραιοτήτων, για τη δημιουργία μιας σύγχρονης δημοκρατικής συνύπαρξης και πολιτικής συνεργασίας. Ένα νέο ενδεχομένως μοντέλο πολιτικής διακυβέρνησης, όπου οι συνέργειες και οι ενιαίες ανάγκες κοινωνικοοικονομικής δραστηριοποίησης, συνθέτουν μια κοινά αποδεκτή συλλογική δράση. Σε αυτή τη σφαίρα του προβληματισμού, ενδεχομένως να είναι δόκιμη η αξιολόγηση της δυνατότητας ως προς το κατά πόσο έχουν ωριμάσει οι συνθήκες που θα προκρίνουν την ανάγκη για μια οικουμενική διακυβέρνηση.
* Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ