Ζούμε σε μια ιδιαίτερη περίοδο όσον αφορά στην ακρίβεια αγαθών και υπηρεσιών. Γεγονός που δυσχεραίνει την καθημερινότητα πολλών συμπολιτών μας.  Και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους συνταξιούχους μας.

Αυτό, στην απουσία μιας αποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής που θα μπορούσε να μετριάσει τις δυσανάλογες επιπτώσεις στο κομμάτι της κοινωνίας που επηρεάζεται περισσότερο, με μαθηματική ακρίβεια θα διευρύνει το χάσμα της ανισότητας και θα οδηγήσει ακόμη περισσότερα νοικοκυριά στην ανέχεια και στα χρέη. Είναι λογικό άλλωστε. Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα ξοδεύουν πολύ περισσότερα σε ηλεκτρισμό, καύσιμα, θέρμανση και τρόφιμα, σε σχέση με τα εισοδήματά τους, παρά τα νοικοκυριά με ψηλότερα εισοδήματα.

Δεν εισηγούμαι φυσικά ότι φταίμε εμείς για την ακρίβεια. Είναι όντως παγκόσμιο φαινόμενο. H διεθνής οικονομία βρίσκεται σήμερα σε μια άβολη ανισορροπία. Ως αποτέλεσμα τόσο της πανδημίας όσο και των διορθωτικών πολιτικών που αναγκαστικά υιοθετήθηκαν για να αντιμετωπιστεί. Ένα σημαντικό συστατικό αυτής της ανισορροπίας είναι αναντίλεκτα και τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και το ψηλό κόστος μεταφοράς προϊόντων, ως αποτέλεσμα του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Προβλήματα που αναμένεται να συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα μειώνοντας την προσφορά πρώτων υλών αλλά και αγαθών, συνεχίζοντας να ασκούν πληθωριστικές πιέσεις. Κάτι που έχει υποβοηθηθεί, φυσικά, και από τα πολύ χαμηλά βασικά επιτόκια, που με τη σειρά τους διατήρησαν τη ζήτηση σε ψηλά επίπεδα τον περασμένο χρόνο. Από την άλλη, είναι επίσης κατανοητό ότι η πανδημία έχει με τη σειρά της δημιουργήσει δημοσιονομικά ελλείμματα τα οποία δυσκολεύουν ή/και παρουσιάζονται ως πρόσκομμα σε μια  κοινωνική πολιτική προστασίας αυτών που πλήττονται περισσότερο.

Το χειρότερο όμως, είναι ότι δυστυχώς, δεν αναμένεται το πρόβλημα να σταματήσει εδώ. Ενδεχομένως η φύση και το είδος του πληθωρισμού το 2021 να σηματοδοτούν  έντονες πληθωριστικές πιέσεις και για το 2022. Κάτι που θα οδηγήσει τις Κεντρικές Τράπεζες διεθνώς να προσπαθήσουν να τιθασεύσουν το φαινόμενο, αντιστρέφοντας πολιτικές που έθεσαν σε εφαρμογή εν όψει της πανδημίας. Αυξάνοντας δηλαδή τα βασικά επιτόκια. Γεγονός όμως που με τη σειρά του θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού. Πλήττοντας και πάλι δυσανάλογα τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα που είναι στην πλειονότητά τους υπερχρεωμένα.

Ποιες είναι οι ευθύνες της Πολιτείας;

Έκδηλα, είναι καθήκον της Πολιτείας να προστατέψει άμεσα τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα, τα χαμηλά, μέχρι και τα χαμηλό-μεσαία σχετικά εισοδήματα. Αλλιώς η μειωμένη αγοραστική τους δύναμη απέναντι στα είδη πρώτης ανάγκης, θα οδηγήσει αυτές τις οικογένειες στην φτώχεια, στην ανέχεια και σε βαθύτερα χρέη. Διευρύνοντάς το χάσμα κοινωνικής ανισότητας και δημιουργώντας συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού.

Κάτι το οποίο σίγουρα δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται σοβαρά στην περίπτωσή μας, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ναι, τον Οκτώβριο πέρσι δόθηκε 10% έκπτωση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος από την ΑΗΚ, αλλά την ίδια στιγμή, αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο νόμος για μείωση του ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό. Με μόνο ουσιαστικό μέτρο στήριξης στον ορίζοντα, μέχρι σήμερα, να είναι η δέσμευση για στήριξη του κόστους θέρμανσης των κατοίκων των ορεινών μας περιοχών.

Σίγουρα αυτά δεν δύνανται να επιλύσουν το διογκούμενο αυτό κοινωνικό πρόβλημα. Επιβάλλεται η υιοθέτηση πολιτικών που να στοχεύουν σε δίκαιη κατανομή του πραγματικού κόστους αύξησης των τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες. Πολιτικές όπως μείωση συντελεστών ΦΠΑ σε είδη και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης. Επιδότηση του κόστους διαβίωσης νοικοκυριών και συνταξιούχων με χαμηλά εισοδήματα (για παράδειγμα, κάτω των 2.000 ευρώ), με μειωμένη επιδότηση μέχρι και τα χαμηλο-μεσαία εισοδηματικά στρώματα (για παράδειγμα, μέχρι τα 4.000 ευρώ). Διεύρυνση του ορισμού και αναπροσαρμογή με βάσει τις τιμές, για τους όλους τους λήπτες βοηθημάτων (με εισοδηματικά κριτήρια). Και επιτέλους, υιοθέτηση της σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με επιδότηση του κόστους ενέργειας σε όσους το έχουν ανάγκη, χρηματοδοτούμενο από το Ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS).

Και σε αυτούς που θα θέσουν το δημοσιονομικό ως πρόσκομμα, απαντώ ότι αυτά θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν, για παράδειγμα, μέσα από μια πιο δίκαιη (επιβαλλόμενη ούτως ή άλλως) δημοσιονομική πολιτική με επιβολή φόρου πολυτελείας και ανεκμετάλλευτου πλούτου, αύξηση συντελεστών ΦΠΑ σε είδη πολυτελείας, και ένα πιο δίκαιο φορολογικό σύστημα. Τόσο σε εταιρείες όσο και σε άτομα (για παράδειγμα, εισαγωγή του τεκμήριου διαβίωσης). Αλλά και σε μια εις βάθος αναδιάρθρωση του τρόπου διαχείρισης και ελέγχου των δημοσίων πόρων.

* Ο Δρ. Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge