Εδώ και λίγες μέρες, αφού ολοκληρώθηκε η πρώτη σειρά εξετάσεων του πρώτου τετραμήνου και μετά τις δηλώσεις του κ. Προδρόμου για τα χαμηλά αποτελέσματα των εξετάσεων, ξεκίνησε ένας τεράστιος κύκλος συζητήσεων κυρίως μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών για την αποτελεσματικότητα των εξετάσεων αυτών.
Εξετάσεις, οι οποίες έγιναν κάτω από τόσο ιδιάζουσες συνθήκες, ήταν φυσικό να έχουν κενά και αδυναμίες. Κανείς δεν ανέμενε πως ο θεσμός των εξετάσεων τετραμήνου, θα λειτουργούσε χωρίς κανένα πρόβλημα, ειδικά όταν ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται για πρώτη φορά και στις τρεις τάξεις του λυκείου. Έτσι, εντοπίστηκαν τρεις σημαντικές αδυναμίες στον θεσμό αυτό.
Αρχικά, η κυριότερη αδυναμία ήταν το γεγονός ότι οι εξετάσεις, δεν εντόπιζαν μόνο τα κενά που πιθανόν να υπήρχαν σε κάθε μαθητή, με γραπτά υψηλής δυσκολίας και χαμηλά αποτελέσματα. Βάσει του επιπέδου των γραπτών, μπορούμε να πούμε ότι οι εξετάσεις είχαν σκοπό να διακρίνουν τους μαθητές και να ξεχωρίσουν τους άριστους από τους εξαιρετικά καλούς, ενώ βασικός στόχος του θεσμού είναι να εντοπίζονται μόνο οι αδυναμίες των μαθητών. Η διάκριση των μαθητών, πρέπει να γίνεται μόνο στις παγκύπριες εξετάσεις, που μέσω αυτών οι μαθητές εξασφαλίζουν πρόσβαση σε κρατικά πανεπιστήμια της Κύπρου και Ελλάδας και άρα πρέπει να ξεχωρίσουν οι μαθητές ανάλογα με τις ικανότητες τους.
Άλλο ένα λάθος που εντοπίστηκε στον θεσμό των τετραμήνων, είναι ότι αφιερώθηκε μια εβδομάδα για ανατροφόδοτηση, χωρίς να επιστραφούν τα γραπτά στους μαθητές. Ο Γ. Μπαμπινιώτης ορίζει την ανατροφοδότηση ως την ενίσχυση με νέα στοιχεία, δηλαδή η εβδομάδα ανατροφοδότησης στα λύκεια έπρεπε να ενισχύσει τις γνώσεις των μαθητών με επίλυση των λαθών που έκαναν οι μαθητές στα γραπτά τους. Και πώς ανέμεναν στο ΥΠΠΑΝ, να επιλύσουμε τα λάθη που κάναμε, εάν δεν γνωρίζουμε καν τα λάθη μας; Για να υπήρχε σωστή ανατροφοδότηση στους μαθητές, έπρεπε να επιστραφούν τα γραπτά σε όλους, να ελέγξουν οι μαθητές τα λάθη τους και με την βοήθεια των καθηγητών να καλυφθούν τα κενά που υπήρχαν. Ανατροφοδότηση στα τυφλά, δεν ωφελεί.
Τελευταία αδυναμία του θεσμού, είναι η διόρθωση των γραπτών από τυχαίο βαθμολογητή, ο οποίος δεν έτυχε κατάλληλης εκπαίδευσης. Ουσιαστικά, κάθε καθηγητής, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών που είχε, διόρθωνε τα ανάλογα γραπτά. Εννοείται ότι στα γραπτά ήταν καλυμμένα τα ονόματα των μαθητών και συνεπώς δεν γνώριζε ποιο μαθητή βαθμολογούσε. Επειδή όμως, ο βαθμολογητής ήταν ένας(αντί δύο που είναι στις παγκύπριες εξετάσεις), και επειδή δεν ήταν όλοι οι καθηγητές εκπαιδευμένοι στην διόρθωση γραπτών τέτοιας δυσκολίας, οδηγηθήκαμε σε αρκετές λανθασμένες βαθμολογίες. Γραπτά που έπρεπε να βαθμολογηθούν χαμηλά, να παίρνουν υψηλές βαθμολογίες και το αντίστροφο. Το χειρότερο είναι ότι, επειδή δεν επιστρέφονται τα γραπτά στους μαθητές, δεν γνωρίζουν αν αδικήθηκαν, για να αιτηθούν αναβαθμολόγηση.
Ο θεσμός των τετραμήνων, είναι ίσως η μεγαλύτερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των τελευταίων δεκαετιών, με τεράστιες προοπτικές για την παιδεία του τόπου μας. Τέτοιες αδυναμίες όμως, επιτρέπουν στον κάθε ένα από εμάς, να μειώνει το κύρος των εξετάσεων τετραμήνου, και να τίθεται -δικαιολογημένα- ενάντια σε αυτές. Η ανάγκη να επιλυθούν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, είναι επιτακτική εάν δεν θέλουμε να έχουμε τις ίδιες αδυναμίες και τα ίδια προβλήματα στις εξετάσεις Β’ τετραμήνου.
* Μαθητής Λυκείου.