Μέσα σε λίγους μήνες, η πανδημία COVID-19 μετατράπηκε από υγειονομική κρίση σε παγκόσμια οικονομική κρίση και επίσπευσε μια άνευ προηγουμένου απότομη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικά, η πανδημία του COVID-19 οδήγησε σε μία πολύ μεγαλύτερη συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. 

Τα μέτρα στήριξης που δόθηκαν σε επιχειρήσεις και εργοδοτούμενους, λόγων των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας, οι άμεσες ανάγκες του τομέα της υγείας αλλά και της εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα, έχουν προκαλέσει σημαντική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, γεγονός που απαιτεί επανεξέταση των φορολογικών πολιτικών και των πολιτικών δαπανών, μόλις η ανάκαμψη βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ο στόχος για τη μετα-πανδημική εποχή πρέπει να είναι η αειφόρος ανάπτυξη. Η επιστροφή στις «συνήθεις επιχειρηματικές δραστηριότητες» δεν αρκεί, καθώς οι επιπτώσεις της πανδημίας αποκάλυψαν και ενίσχυσαν προϋπάρχουσες διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως για παράδειγμα η άνιση και πολλές φορές ανεπαρκής πρόσβαση σε ψηφιακές υποδομές. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι σημαντικό να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για ισχυρή, ανθεκτική και χωρίς αποκλεισμούς οικονομική ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της θα στηρίξει τα δημόσια οικονομικά στο μέλλον. 

Η αντιμετώπιση των προκλήσεων και η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρουσιάζουν οι διαρθρωτικές τάσεις απαιτεί και την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων φορολογικών πολιτικών και στοχευμένων δαπανών, στο πλαίσιο ενός καλά σχεδιασμένου πακέτου φορολογικής πολιτικής. Είναι αυτονόητο ότι η φορολογική πολιτική είναι το πιο βασικό και απαραίτητο εργαλείο για να στηρίξει τη χωρίς αποκλεισμούς και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη πέρα από την πανδημία, εφόσον θέσουμε την ανάπτυξη, την ισότητα και τη βιωσιμότητα σε ισότιμη βάση στην προσαρμογή της φορολογικής μας πολιτικής, ώστε να τονώσουμε την οικονομική ανάπτυξη.

Ο επανασχεδιασμός του φορολογικού μας πλαισίου ήταν ούτως ή άλλως ένα επιβεβλημένο βήμα και η πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε φορολογική μεταρρύθμιση έχει ήδη ανακοινωθεί, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, την αύξηση του συντελεστή του εταιρικού φόρου και την εισαγωγή φόρου άνθρακα και περιβαλλοντικών τελών για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της χώρας. Παρόλο που σε μεγάλο βαθμό τα μέτρα που έχουν εξαγγελθεί αφορούν τις υποχρεώσεις μας έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως αντιμετώπιση διεθνών φορολογικών εξελίξεων, είμαστε της άποψης ότι θα μπορούσαν να συνδυαστούν με ένα ευρύτερο φορολογικό πακέτο, το οποίο θα περιλαμβάνει αφενός και μέτρα που απλοποιούν στο δυνατό βαθμό το φορολογικό μας σύστημα και αφετέρου εισάγουν διαρθρωτικές αλλαγές που ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του φορολογικού μας συστήματος.

Πολύ συχνά εστιάζουμε στους φορολογικούς συντελεστές, παραβλέποντας παράλληλα ζητήματα, που σχετίζονται με την εφαρμογή, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής διοίκησης και της συμμόρφωσης. Οι αδυναμίες στον τομέα της φορολογικής διοίκησης, σε συνδυασμό με τους σύνθετους φορολογικούς κώδικες, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διαρροές με τη σειρά τους και αχρείαστες δαπάνες πόρων, τους οποίους χρειαζόμαστε για τη χρηματοδότηση της αναγκαίας οικονομικής ανάπτυξης. Το ζητούμενο δεν είναι η αύξηση φόρων, καθότι οι νέες εξελίξεις θα επιβαρύνουν ούτως ή άλλως το φορολογικό καθεστώς των επιχειρήσεων. Είμαστε της άποψης ότι ο σχεδιασμός της φορολογικής πολιτικής για τη μετα-πανδημική εποχή δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβαρύνει το φορολογικό φορτίο των επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ούτως ή αλλιώς επιβαρυνθεί λόγω της μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας και των αυξημένων υποχρεώσεων τους ως απόρροια των διεθνών εξελίξεων και των υποχρεώσεων μας ως κράτος μέλος της ΕΕ. Αντίθετα, θεωρούμε ότι οι ενέργειες του κρατικού σχεδιασμού θα πρέπει να αντισταθμίζουν την αύξηση του φορολογικού φορτίου με εκσυγχρονισμένα μέσα μείωσης του διοικητικού φόρτου και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας. 

* Διοικητικός Σύμβουλος, Επικεφαλής Φορολογικών Υπηρεσιών, KPMG Limited