Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ΕΔΑΔ, ημερομηνίας 9.1.2018, στην υπόθεση Nicolas v. Cyprus, που έκανε αποδεκτή την αίτηση του ότι η απόφαση του Εφετείου παραβίαζε το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και συγκεκριμένα την πρόνοια που αφορά το αμερόληπτο εκδικάζοντος Δικαστηρίου, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ο επηρεαζόμενος υπέβαλε αίτηση και ζήτησε το επανάνοιγμα της έφεσης του που απορρίφθηκε, για να δοθεί η ευκαιρία η έφεση του να ακουστεί ξανά και να υπάρξει τελεσιδικία. Διαπιστώθηκε παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματος του αιτητή να τύχει δίκαιης δίκης καθόσον δεν διασφαλίστηκε το αμερόληπτο της δικαστικής εξουσίας. Υπήρξε απουσία αντικειμενικής αμεροληψίας του Εφετείου που εκδίκασε την έφεση με αναφορά σε συγκεκριμένο μέλος του που συμμετείχε στη σύνθεση του. Τόσο το ΕΔΑΔ όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο στις αποφάσεις τους αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει σχετική νομολογία και ότι το επανάνοιγμα έφεσης ασκείται κατά περίπτωση στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την άσκηση της σύμφυτης εξουσίας του.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ.24.2.2022 δόθηκε κατά πλειοψηφία στην Π.Ε.43/2007, όπου αναφέρεται ότι είναι γεγονός πως δεν υπάρχει νομολογία η οποία να αναγνωρίζει τη δυνατότητα απόδοσης θεραπείας σε περίπτωση διαπίστωσης, κατά παράβαση του Άρθρου 6.1 ή του αντίστοιχου Άρθρου 30.2 του Συντάγματος, απουσίας αμεροληψίας του Δικαστηρίου στο επίπεδο του Εφετείου. Κατά το δίκαιο που εφαρμόζεται στην Κύπρο, αναφέρει ο Δικαστής κ. Γ. Γιασεμής, η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης συνεπάγεται την ακυρότητα της σχετικής απόφασης του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Τούτο, βέβαια, ισχύει αναφορικά και με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την ενάσκηση της Δευτεροβάθμιας Δικαιοδοσίας του, ως Εφετείο, όταν τέτοια παραβίαση διαπιστώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της σύμφυτης εξουσίας του. Προσθέτει ότι στην προκειμένη περίπτωση, τέτοια είναι, ουσιαστικά, η επίδραση της απόφασης του ΕΔΑΔ επί της απόφασης στην έφεση, χωρίς, ωστόσο, να επιφέρει η ίδια την ακύρωση ή την ανάκληση της.
Τόνισε, όμως, ότι, για το Δικαστήριο τούτο, η παραβίαση του συγκεκριμένου δικαιώματος του αιτητή έχει ως συνέπεια η υπό αναφορά απόφαση του Εφετείου να θεωρείται, ουσιαστικά, άκυρη. Με αναφορά σε συγκεκριμένες αποφάσεις που παραπέμπουν στην αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι ανάλογη θεραπεία μπορεί να απονεμηθεί και στην περίπτωση τούτη, ειδικά στην απουσία άλλης θεραπείας, με την οποία να αποκαθίσταται η πιο πάνω παραβίαση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, ασκώντας τη σύμφυτη εξουσία του, δύναται, προς το σκοπό απονομής δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, να διατάξει το επανάνοιγμα έφεσης, προκειμένου αυτή να εκδικαστεί «ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμοδίου Εφετείου».
Με τη διαπίστωση ότι ο αιτητής δεν υπέβαλε αίτημα στο ΕΔΑΔ για απόδοση προς αυτόν δίκαιης ικανοποίησης δυνάμει του Άρθρου 41 της Σύμβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι τούτο δεν αποστερεί από τον αιτητή τη δυνατότητα αυτός να διεκδικήσει το επανάνοιγμα της έφεσης, ως η αιτούμενη θεραπεία στην αίτηση του. Η θεραπεία τούτη μπορεί να απονεμηθεί κατ’ αναλογία άλλων περιπτώσεων, όπου διαπιστώθηκε παραβίαση της αρχής της φυσικής δικαιοσύνης, στη βάση της άσκησης από το Εφετείο της σύμφυτης εξουσίας του, προς απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των άμεσα εμπλεκομένων μερών στην έφεση. Αναμφίβολα, αναφέρει, η έκδοση τέτοιας διαταγής είναι συμβατή με τις σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης και τη νομολογία του ΕΔΑΔ, σύμφωνα και με την απαίτηση του Άρθρου 46.1. Επιτυγχάνεται, έτσι, επιπρόσθετα της καταβολής σε αιτητή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ως «δίκαιης ικανοποίησης» και αποκατάστασης των δικαιωμάτων του δυνάμει του Άρθρου 6.1 αυτής.
Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε σε σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ όπου αναφέρεται, σε ελεύθερη μετάφραση, ότι το εν λόγω Κράτος Μέρος θα υποχρεούται όχι μόνο να καταβάλει στους ενδιαφερόμενους τα ποσά που επιδικάστηκαν ως δίκαιη ικανοποίηση, αλλά και να λάβει ατομικά ή/και, εάν ενδείκνυται, γενικά μέτρα στην εσωτερική έννομη τάξη του για να θέσει τέρμα στην παραβίαση που διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο και για την αποκατάσταση των αποτελεσμάτων, με στόχο να θέσει τον αιτητή, στο μέτρο του δυνατού, στη θέση που θα βρισκόταν εάν δεν είχαν αγνοηθεί οι απαιτήσεις της Σύμβασης. Πρόσθεσε ότι στην προκειμένη περίπτωση το ΕΔΑΔ δεν απέδωσε στον αιτητή άλλη θεραπεία πλην της διαπίστωσης της παραβίασης και για τους λόγους που προανέφερε, η αίτηση του αιτητή επιτυγχάνει και εξέδωσε προς τούτο διάταγμα για επανάνοιγμα της έφεσης προκειμένου αυτή να εξεταστεί από αρμόδιο Εφετείο.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα