Την απόφαση να προχωρήσει σε διπλωματικό μποϊκοτάζ στους Χειμερινούς Αγώνες του Πεκίνου τον Φλεβάρη του 2022 ανακοίνωσε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επαρχία Σιντζιάγκ της Κίνας. Πρόδηλα, ο κ. Joseph Biden γνωρίζει πως η απόφασή του παραβιάζει την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας που κατοχυρώνει ο Ολυμπιακός Χάρτης. Ωστόσο το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό όσο υποδεικνύει η αμερικανική προπαγάνδα. Απλά, ο Αμερικανός Πρόεδρος επέλεξε ως πρόσχημα και δράση πολιτικής χειραγώγησης τους Χειμερινούς Αγώνες του Πεκίνου για να εμπεδώσει το καθεστώς ψυχρού πολέμου —μετά τη συμφωνία AUΚUS— και επιθετικότητας της Ουάσιγκτον προς το Πεκίνο, θέτοντας σε ενεργοποίηση τους αμερικανο/νατοϊκούς σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας.
Ως γνωστόν, η Κίνα έχει εισέλθει σε περίοδο οικονομικής και γεωπολιτικής ανόδου, αναδεικνυόμενη —μέσα από τον πολιτικό πραγματισμό της ηγεσίας Σι Τζινπίνγκ— ως σημείο αναφοράς για τον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα, οι ΗΠΑ, όντας σε πορεία παρακμής, έχουν επιλέξει τον επικίνδυνο δρόμο της αποσταθεροποίησης του πολιτικού μοντέλου της Κίνας. Σε παλαιότερα άρθρα μου στον “Φ” διατύπωνα τη θέση πως υπάρχει μια συντονισμένη, όσο και κλιμακούμενη επίθεση εναντίον της Κίνας από τις ΗΠΑ. Παρέθετα μάλιστα παραδείγματα-τεκμήρια που αποδείκνυαν πως οι βίαιες, και πάντως χουλιγκανικού χαρακτήρα διαδηλώσεις τόσο στο Χονγκ Κονγκ όσο και στην επαρχία Σιντζιάγκ ελέγχονται ή/και κατευθύνονται από τις ΗΠΑ αλλά και από NGOs, προσκείμενες στην πολιτική της Ουάσιγκτον. Βάσει δε τεκμηρίων, η αμερικανική πολιτική της αποσταθεροποίησης δεν περιορίζεται μόνο στην νοτιοανατολική πλευρά της Κίνας. Συνδέεται πλέον επίσημα με τη δράση του αυτονομιστικού κινήματος των μουσουλμάνων Ουιγούρων της επαρχίας Σιντζιάνγκ στο βορειοδυτικό μέτωπο της Κίνας. Και λέγω «συνδέεται επίσημα» καθότι περί τα τέλη του 2019 υπήρξε έγκριση του νόμου για τους Ουιγούρους από την αμερικανική Βουλή, την οποία δικαιολογημένα το Πεκίνο χαρακτήρισε ως «κακοήθη επίθεση εναντίον της Κίνας».
Ο λόγος είναι προφανής. Ο έλεγχος —δια της αποσταθεροποίησης της αυτόνομης επαρχίας Σιντζιάνγκ— δημιουργεί συνθήκες διείσδυσης των ΗΠΑ στην καρδιά της Ευρασίας. Η δε πρωτεύουσα Ουρούμτσι της Σιντζιάνγκ βρίσκεται στον χερσαίο, κύριο άξονα της πρωτοβουλίας “Δρόμοι του Μεταξιού”, ένα κομβικής σημασίας παγκόσμιο έργο που φέρει τη σφραγίδα του Προέδρου Σι της Κίνας. Τούτων δοθέντων, στον εμπορικό και τεχνολογικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει η Ουάσιγκτον ενάντια στο Πεκίνο, θα πρέπει να υπολογισθούν και οι αντίστοιχες αποσταθεροποιητικές δράσεις με γεωπολιτικό γνώμονα αφενός την καρδιά της Ευρασίας (Σιντζιάνγκ), αφετέρου τη θέση της Κίνας στον νοτιοανατολικό χάρτη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται εσχάτως οι περιοδείες αξιωματούχων της πολιτικής ηγεσίας του Αμερικανού ΥΠΕΞ στα μέλη της ASEAN (Ένωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας), ως και συναντήσεις σε Δυτική και Κεντρική Ασία. Σε κάθε περίπτωση ο νεοταξικός άξονας Ουάσιγκτον-Λονδίνου αφενός επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Κίνας, αφετέρου υποδαυλίζει τον Ουιγουρικό εθνικισμό, δόγμα του οποίου είναι ότι οι Ουιγούροι θα πρέπει να αποτελούν ανεξάρτητο κράτος. Ο Ουιγουρικός εθνικισμός αποτελεί ένα εξτρεμιστικό φαινόμενο που απειλεί τη σταθερότητα και ασφάλεια της Κίνας και, γενικότερα, της περιοχής.
Συνεπώς το μποϊκοτάζ των Χειμερινών Αγώνων του Πεκίνου από τον Biden, με το δικαιολογητικό των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην επαρχία Σιντζιάγκ, είναι προσχηματικό και εκ του πονηρού. Συν τοις άλλοις, όταν οι ΗΠΑ αναφέρονται σε ανθρώπινα δικαιώματα δεν πείθουν, καθότι έχουν έναν φρικτό απολογισμό σε παραβιάσεις. Μάλιστα τον περασμένο χρόνο, η «Διεθνής Αμνηστία» είχε τεκμηριώσει σε έκθεση τις εκτεταμένες και εξωφρενικές παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων απο τις ΗΠΑ. Ένα δε εκ των πολλών παραδειγμάτων, που πρόσφατα προκάλεσε τη δημόσια κατακραυγή, είναι ο επάρατος εκλογικός νόμος στην πολιτεία της Τζόρτζια που αρνείται ή/και περιστέλλει το δικαίωμα των μαύρων πολιτών.
Σε γενικές γραμμές παρατηρείται από αμερικανικής πολιτικής μια επίσημη “σιωπή” για όσα ρατσιστικά πογκρόμ έγιναν ή/και εξακολουθητικά γίνονται στις ΗΠΑ. Και βέβαια η πρόσφατη ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου οι ΗΠΑ έχουν διαπράξει σε διάφορες χώρες σωρεία «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Κι όμως η ίδια η Ουάσιγκτον την περασμένη βδομάδα φρόντισε δια της Jennifer Psaki, εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, να διαμηνύσει —μέσω της διαδικτυακής Συνόδου Κορυφής για τη Δημοκρατία— πως «…δεν υπάρχει τίποτα για να απολογηθούμε, όση κριτική κι αν ασκείται». Η εν λόγω δήλωση δεν αποτελεί ατυχή έκφραση ή ένα πολιτικό lapsus linguae. Τουναντίον, η δήλωση Psaki αποτυπώνει με τρόπο εύγλωττο το αυταρχικά δεσποτικό στοιχείο, εγγενές όσο και συστημικό γνώρισμα της αμερικανικής πολιτικής.
Εν κατακλείδι, για μια ακόμα φορά οι ΗΠΑ αναζητώντας σχήματα συντονισμού ενάντια στην Κίνα, αποδεικνύουν την ιδεολογική τους προκατάληψη, καταφεύγοντας —μέσω κακόβουλων προθέσεων— σε παραποίηση της ιστορίας, σε παραπλάνηση της διεθνούς κοινής γνώμης και μποϊκοτάζ.
* Πρώην Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών & Τεχνών.