Στις 14 Μαρτίου 2026, ο Jürgen Habermas άφησε την τελευταία του πνοή στο Starnberg της Βαυαρίας, σε ηλικία 96 ετών. H εκδημία του απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο και τη διανόηση, παρά τα ποικίλα σημαντικά ζητήματα που αναπτύσσονταν στο παγκόσμιο γίγνεσθαι την ίδια περίοδο. Τούτο δεν προκαλεί κάποια έκπληξη: Μαζί του δεν έφυγε απλώς ένας φιλόσοφος, έφυγε ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας γενιάς που γνωσιμάχησε με σθένος, πειθώ και -κυρίως- με το παράδειγμα του βίου της ότι η δημοκρατία και τα καταστατικά θεμέλια της δημόσιας ζωής δύνανται (και πρέπει) να δομηθούν στη δύναμη του επιχειρήματος και στο πρόταγμα του ορθού λόγου.
Ο θάνατός του έρχεται σε μια στιγμή που η διαπίστωση αυτή δείχνει να δοκιμάζεται όσο ποτέ: Αν ο James Fenimore Cooper αφηγήθηκε την αγωνία μιας παράδοσης που χάνεται ανεπιστρεπτί μπροστά στην ορμή του νέου κόσμου, ο Jürgen Habermas ενσάρκωσε το αντίστοιχο δράμα στο πεδίο των ιδεών: τον αγώνα να διασωθεί η ορθολογική αλληλεπίδραση σε μια εποχή που ο δημόσιος λόγος κατακερματίζεται, εκβαρβαρίζεται και μετουσιώνεται σε βερμπαλιστικό κενολόγημα, σε μία στείρα διανοητική άσκηση αυτοϊκανοποίησης του διαλεγόμενου.
Ο Habermas γεννήθηκε στο Düsseldorf το 1929 και μεγάλωσε την περίοδο του ναζισμού. Η σχετική εμπειρία τον οδήγησε σε ένα φιλοσοφικό πρόγραμμα που τοποθετούσε τον ορθολογικό δημόσιο διάλογο στην καρδιά της δημοκρατίας. Ως κεντρική μορφή της δεύτερης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης, ανέπτυξε τη θεωρία της επικοινωνιακής δράσης, υποστηρίζοντας ότι κάθε γλωσσική πράξη εμπεριέχει εγγενώς την αξίωση της αμοιβαίας κατανόησης. Στο πλαίσιο αυτό, η δημοκρατία δεν συνιστά απλώς ένα σύστημα ψηφοφορίας, αλλά μια διαρκής διαδικασία δημόσιας συζήτησης, όπου τα επιχειρήματα κρίνονται με βάση τη δύναμή τους και όχι την εξουσία αυτού που τα προβάλλει, ένα παλίμψηστο μη αυτοαναφορικού, κοινωνικά λυσιτελούς αναστοχασμού.
Η έννοια της «δημόσιας σφαίρας» («Öffentlichkeit»), που ο Habermas ανέπτυξε με πυλώνα το εμβληματικό του έργο «Strukturwandel der Öffentlichkeit» (1962 – The Structural Transformation of the Public Sphere), αφορούσε αρχικά τον χώρο εκείνο μεταξύ κράτους και ιδιωτικής σφαίρας όπου οι πολίτες, ελεύθεροι και ίσοι, συζητούν τα κοινά. Τα καφενεία του 18ου αιώνα, οι εφημερίδες, τα σαλόνια αποτελούσαν τους πρώτους θεσμούς αυτής της σφαίρας. Ο Habermas διέγνωσε με την εγρήγορση του αυθεντικού στοχαστή, ήδη από τότε τον «εκφεουδαλισμό» της: τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μετέτρεπαν τους πολίτες από συμμετέχοντες σε καταναλωτές πληροφορίας, η διαφήμιση υποκαθιστούσε τον κριτικό λόγο, η τεχνοκρατία αποστέρησε τα πολιτικά ζητήματα από τη δημόσια συζήτηση.
Η σκέψη του μοναδικού αυτού στοχαστή φαντάζει σήμερα, όπου ο λαϊκισμός, η πόλωση, ο ψηφιακός ναρκισσισμός και η κατάρρευση της ενεργού ακρόασης υπονομεύουν τον δημοκρατικό διάλογο και εν τέλει την υγεία των θεσμών και την ευημερία των πολιτών των συγχρόνων κοινωνιών, πιο επίκαιρη από ποτέ . Στο ακροτελεύτιo σημαντικό έργο του «Ein neuer Strukturwandel der Öffentlichkeit und die deliberative Politik» (2022), ο Habermas ολοκληρώνει την προσφορά του επιστρέφοντας στην αφετηρία του και καταδεικνύοντας τη μεγάλη της σημασία: Επισημαίνει ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν ψευδαίσθηση συμμετοχής, κατακερματίζοντας τον δημόσιο λόγο και αποστερώντας τον από την κοινή αναφορά σε ορθολογικά ελέγξιμες αξιώσεις αλήθειας.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα, λιγότερο προβεβλημένη – ίσως – πτυχή της δράσης του είναι η συνομιλία του με τον κατοπινό Πάπα Βενέδικτο XVI (τότε ακόμη Καρδινάλιο Joseph Ratzinger), στις αρχές του 2004. H συνομιλία τούτη είναι εξόχως κρίσιμη για δύο λόγους. Αρχικά, διότι καταδεικνύει περίτρανα το πρότυπο του αυθεντικά φιλελεύθερου, ορθολογικού διανοητή, που ενσάρκωσε ο Habermas: O Habermas δεν είναι ένας θρησκευτικός οπαδός του ορθολογισμού, ένας «φομενταλιστής» του ορθού λόγου. Ο ορθολογισμός του καλλιεργείται ως στάση ζωής, μέσα από τη διαρκή αυτοαμφισβήτηση και τον αναστοχασμό. Ο ορθολογισμός του δεν εκδηλώνεται ως αντίπραξη στον δογματισμό, αλλά ως πράξη, που με πνευματική γενναιότητα πατάσσει τις ιδεοληψίες και τον προσωπικό ναρκισσισμό είναι ικανή να αποτελέσει την αφετηρία για οποιαδήποτε αλλαγή μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια. Περαιτέρω, διότι ο Habermas στον επίλογο της συζήτησης υιοθετεί το συμπέρασμα ότι αξιακά προτάγματα που αντλούνται σε αξιακά ή φιλοσοφικά ρεύματα εκτός του ορθολογικού «κοσμικού» λόγου δύνανται να αποτελέσουν «σημασιολογικά αποθέματα» (semantische Potenziale), ώστε να επισημαίνεται η χρησιμότητα για την πραγματικά ορθολογική, ευημερούσα δημοκρατική κοινωνία και η εν γένει αξία της υιοθέτησης ορθολογικά ερμηνευόμενων ηθικών κινήτρων που αντλούνται έξωθεν του του λόγου αυτού. Πρόκειται για μία θέση που προσφυώς δείχνει την παθογένεια της σύγχρονης κοινωνίας και των δημοσιολογούντων, που συχνά σημασιολογούν τη δημοκρατία ως απλή εκλογική νομιμοποίηση και εξαντλούν τον ορθό λόγο σε μία στείρα, αυτοαναφορική διανοητική άσκηση και αρνείται να ομολογήσει και να ιάσει την έλλειψη του αξιακών φορτίων που στο παρελθόν αποτελούσαν τη λυδία λίθο του «κοινωνικού συμβολαίου», του πραγματικού έλλογου συνεκτικού ιστού των δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνιών.
O Stefan Zweig, στην αυτοβιογραφία του «Ο Κόσμος του Χθες» («Die Welt von Gestern», 1942) απευθύνει έναν νοσταλγικό ελεγειακό χαιρετισμό σε αυτό που θεωρούσε χρυσή εποχή της Ευρώπης, που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Ο Habermas, με τη δική του ενατένιση, μας κοινωνεί τον διαχρονικό «Λόγο του Αύριο», που μπορεί να άρει τα αδιέξοδα και τον πεσιμισμό, απαιτώντας απλώς ενσυναίσθηση, αυτοκριτική, γενναιοφροσύνη, αγάπη και λογική.
*Επίκουρος Καθηγητής Νομικής, Πανεπιστήμιο Frederick, Εμπειρογνώμων (LegalSpecialist) Δικαίου & Τεχνολογίας, Ιδιωτικού δικαίου EuropeanCommission, Μέλος Επιτροπής Βιοηθικής Αξιολόγησης Κύπρου