Δεν αμφιβάλλει κανείς πως η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι απαραίτητη. Εξάλλου, το νοικοκύρεμα στα οικονομικά των δήμων, η αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών και η μείωση του κόστους των τελών που καταβάλλουν οι πολίτες την καθιστούν αναγκαία.

Με την έναρξη της συζήτησης για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης η ΕΔΕΚ καθόρισε τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα έπρεπε να κινηθεί η μεταρρύθμιση:

• Να οδηγεί σε λογικευμένη μείωση του αριθμού των Δήμων με ορθολογική ενοποίηση.

• Ο τελικός αριθμός των ενοποιημένων Δήμων να λαμβάνει υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες με στόχο την ενιαία ανάπτυξη.

• Η συμπλεγματοποίηση των υπηρεσιών να οδηγεί σε αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών, σε μείωση του κόστους και σε μείωση της φορολογίας στους πολίτες.

• Η μεταφορά εξουσιών και αρμοδιοτήτων από το κεντρικό κράτος στις Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης να γίνει με τρόπο σταδιακό και συντεταγμένο και μετά από σχετική προετοιμασία, ώστε να μην παρατηρηθούν προβλήματα.

• Η μεταρρύθμιση να οδηγεί σε οικονομική αυτοδυναμία και απεξάρτηση των Τοπικών Αρχών από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία.

• Η ενοποίηση των Δήμων επιβάλλει ενοποιημένο σύστημα εκλογής δημάρχων, αντιδημάρχων και Δημοτικών Συμβούλων. 

Την ίδια στιγμή η ΕΔΕΚ είχε ξεκαθαρίσει πως οι εκλογές έπρεπε να είχαν διεξαχθεί με πενταετή θητεία, να μην γινόταν αναβολή των εκλογών και επέκταση της θητείας των υφιστάμενων. Δυστυχώς οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις για τους δικούς τους λόγους υιοθέτησαν τη μεταφορά της ημερομηνίας πραγματοποίησης των εκλογών σε δυόμισι χρόνια, ταυτίζοντάς τες με τις Ευρωεκλογές, που είναι δυο εκλογικές διαδικασίες με εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιεχόμενο και πεδίο. Αν το ζητούμενο ήταν πράγματι η μείωση των εκλογικών αναμετρήσεων και η εξοικονόμηση πόρων, θα μπορούσαν να παραμείνουν οι δημοτικές εκλογές αυτόνομες και να ταυτίσουν τις Ευρωεκλογές με τις Βουλευτικές Εκλογές που έχουν περίπου το ίδιο πολιτικό πλαίσιο. 

Οφείλουμε να σημειώσουμε πως το νομοσχέδιο για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που κατατέθηκε στη Βουλή, αλλά και οι συζητήσεις που ακολούθησαν, απέδειξαν πως η ενοποίηση των Δήμων, όπως προτάθηκε, υποδηλώνει σκοπιμότητες. Την ίδια στιγμή διαφάνηκε πως ο τρόπος θεσμοθέτησης της λειτουργίας των δημοτικών διαμερισμάτων και της εκλογής αντιδημάρχων εισαγάγει το πλειοψηφικό σύστημα από την πίσω πόρτα. Ως εκ τούτου, αυτό το οποίο διαφαίνεται να συμβαίνει δεν είναι η μεταρρύθμιση αλλά η απορρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με βασικό σκοπό την εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων. 

Είναι αυταπόδεικτο πως τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, έχουν τεράστια ευθύνη για τη μορφή που πήρε το νομοσχέδιο αλλά και για την επικρατούσα κατάσταση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Τόσο στην ενοποίηση των Δήμων όσο και στον τρόπο λειτουργίας των δημοτικών διαμερισμάτων, λειτούργησαν με τρόπο που να εξυπηρετεί πλήρως τα δικά τους κομματικά οφέλη μέσα από τον έλεγχο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. 

Σε ό,τι αφορά την ψιθυρολογία για μείωση των Δήμων σε πέντε, είναι κατανοητό πως δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει ξεκάθαρη άποψη, αφού η πρόταση αυτή δεν έχει κατατεθεί ολοκληρωμένη. Γενικότερα όμως σε ό,τι αφορά τη συζήτηση γύρω από τον αριθμό των Δήμων, εκτιμούμε ότι θα μπορούσε να υπάρξει με μία ορθολογική αξιολόγηση η μείωση του αριθμού των Δήμων γύρω στους είκοσι, και εάν στο μέλλον διαφανεί ότι υπάρχει δυνατότητα, τότε να γίνει περαιτέρω μείωση.

Η ΕΔΕΚ επιμένει: α) Η εκλογή των Δημοτικών Συμβούλων να γίνεται στη βάση ενιαίας ψηφοφορίας εντός του Δήμου και όχι σε επίπεδο δημοτικού διαμερίσματος. Αυτό μπορεί να είναι και ένα βήμα πραγματικής συνένωσης των οντοτήτων. Η εκλογή των αντιδημάρχων να γίνεται από το Δημοτικό Συμβούλιο κατά την πρώτη συνεδρία του μετά τις εκλογές. β) Οι σχολικές εφορείες πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της μεταρρύθμισης, καθώς η υπερ-συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στους Δήμους θα τους καταστήσει δυσλειτουργικούς. Εισήγηση της ΕΔΕΚ είναι οι σχολικές εφορείες να συνεχίσουν να λειτουργούν κάτω από το καθεστώς που λειτουργούν και σήμερα και η εκλογή των μελών τους να γίνεται σε ξεχωριστή ψηφοφορία, ταυτόχρονα με τις δημοτικές εκλογές. γ) Να προχωρήσει η διενέργεια τοπικών δημοψηφισμάτων και όχι ενός, ώστε η τελική απόφαση να ληφθεί από τους ίδιους τους δημότες. 

Είναι κατανοητό πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί ίσως τον πλέον κοινωνικοποιημένο θεσμό του δημοκρατικού πολιτεύματος, αφού είναι ο θεσμός που βρίσκεται σε στενή και άμεση επαφή με τον πολίτη. Παρόλο που ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισήλθε στο στάδιο της δημοκρατικής λειτουργίας πριν από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες (το 1986), καμία σοβαρή προσπάθεια δεν έγινε για μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφού το πρωτεύον ήταν η ικανοποίηση κομματικών συμφερόντων και όχι η βελτίωση των υπηρεσιών που απολαμβάνουν οι πολίτες. 

Εάν το ζητούμενο είναι η μεταρρύθμιση και όχι η απορρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τότε θα πρέπει να προχωρήσουμε σε ορθολογική προσέγγιση του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μακριά από κομματικές ή άλλου είδους σκοπιμότητες. Οι αδυναμίες και οι παθογένειες πρέπει να τερματιστούν και να ικανοποιηθούν πρώτα και πάνω απ’ όλα οι ανάγκες των πολιτών.

 

* Εκπρόσωπος Τύπου Κ.Σ. ΕΔΕΚ, μέλος Κ.Ε.