Η άσκηση αγώγιμου δικαιώματος υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς που τίθενται διά νόμου, ώστε το δικαίωμα αυτό να μην εκκρεμεί εσαεί από της γέννησης του, αλλά να διαγιγνώσκεται σε σύντομο χρόνο. Αυτό θεωρείται λογικό, γιατί με την πάροδο του χρόνου περιορίζεται η δυνατότητα διασφάλισης δίκαιης δίκης και δυσχεραίνεται η ανεύρεση και παρουσίαση μαρτυρίας. Η επιβολή χρονικών περιορισμών για την άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση υποχρεώσεως κρίθηκε συνταγματική και δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας  ενώπιον του νόμου και της δικαιοσύνης. Το δικαστήριο για να επιληφθεί θέματος παραγραφής θα πρέπει αυτό να εγερθεί από τον εναγόμενο στο δικόγραφο της υπεράσπισης του, αλλιώς δεν το εξετάζει αυτεπάγγελτα. Ο χρόνος παραγραφής μπορεί να παραταθεί από το δικαστήριο μέχρι 2 χρόνια εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η ανταπαίτηση λογίζεται ότι καταχωρείται την ίδια ημέρα ως η αγωγή, αν η βάση της ανταπαίτησης προέκυψε από τα ίδια γεγονότα με αυτά της αγωγής, διαφορετικά θεωρείται χωριστή αγωγή. 

Ο τρόπος με τον οποίο μπορεί κάποιος να αιτηθεί την επέκταση του χρόνου παραγραφής είναι με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά τη δικογράφηση της παραγραφής από τον εναγόμενο, άρθρο 22 του περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/2012. Η Δικαστής κα Μ-Α Στυλιανού στην απόφαση που εξέδωσε στη Γενική Αίτηση 9/2021 ημερ.14.12.2021, τόνισε ότι ο νομοθέτης με βάση το άρθρο 22 έδωσε ακόμη μία ευκαιρία σε κάποιο προτιθέμενο ενάγοντα να μπορεί μετά από άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει την αγωγή του με την επέκταση του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος από το Δικαστήριο. Τα κριτήρια, όμως, για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια είναι αυστηρά και τέτοια αιτήματα θα πρέπει να εγκρίνονται όταν εύλογα και υπό τις περιστάσεις κρίνεται αναγκαίο. Οι χρονικές προθεσμίες εξάλλου ως είναι νομολογημένο είναι παραδεκτές εφόσον δεν είναι ασφυκτικές ώστε να πλήττεται το δικαίωμα πρόσβασης κάποιου στο Δικαστήριο. 

Η περίπτωση αφορούσε αίτηση από προτιθέμενους ενάγοντες για επέκταση του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος τους, αλλά υπήρξε ένσταση από τους σκοπούμενους εναγόμενους προς τους οποίους επιδόθηκε η αίτηση επιδόθηκε. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η προθεσμία των 3 ετών που παρέχεται από το Νόμο για καταχώρηση της σκοπούμενης αγωγής δεν είναι ασφυκτική και σκοπό έχει, μεταξύ άλλων, την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η περίοδος των 3 ετών από τη συμπλήρωση της βάσης της αγωγής ακριβώς δύναται να επεκταθεί για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης αλλά υπό προϋποθέσεις. Το δίκαιο και εύλογο των περιστάσεων κατ’ αρχάς θα εξεταστεί με βάση τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. 

Το Δικαστήριο παρέθεσε κάποια κριτήρια που εξετάζονται από τα αγγλικά δικαστήρια σε τέτοιου είδους αιτήματα για να κριθεί το δίκαιο και εύλογο του αιτήματος. Εξασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη διάρκεια και τους λόγους καθυστέρησης από την πλευρά του προτιθέμενου ενάγοντα στην προώθηση του αγώγιμου δικαιώματος του, το βαθμό στον οποίο, λαμβανομένου υπόψη της καθυστέρησης, τα αποδεικτικά στοιχεία που ενδέχεται να προσκομιστούν από τον προτιθέμενο ενάγοντα ή τον προτιθέμενο εναγόμενο να είναι λιγότερο πειστικά από ότι εάν η αγωγή είχε ασκηθεί εντός της προθεσμίας, τη συμπεριφορά του ενάγοντα από το χρόνο που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, κατά πόσο ενήργησε έγκαιρα ο προτιθέμενος ενάγοντας αλλά και κατά πόσο η καθυστέρηση επηρεάζει την υπεράσπιση του εναγόμενου. Το Δικαστήριο στην ουσία καλείται να εξισορροπήσει τα δικαιώματα από τη μια των προτιθέμενων εναγόντων και από την άλλη των προτιθέμενων εναγομένων. 

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν διαπίστωσε, από τα όσα περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, σε τι ενέργειες προέβησαν οι προτιθέμενοι ενάγοντες με σκοπό την προώθηση του αγώγιμου δικαιώματος τους και για ποιο λόγο δεν καταχώρησαν έγκαιρα την αγωγή. Δεν φαίνεται πότε αποτάθηκαν σε δικηγόρο για να χειριστεί το θέμα των αποζημιώσεων τους και ούτε έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τις απαιτήσεις τους. Οι σκοπούμενοι εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι οι ενέργειες και η συμπεριφορά των αιτητών δεν δικαιολογούσε την έγκριση της αίτησης και ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επηρέαζε τα δικαιώματα τους και θα τους αφαιρούσε την υπεράσπιση της παραγραφής. Στα πλαίσια αυτά το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα