Η συζήτηση για τις αυξημένες τραπεζικές χρεώσεις όσο και η φυσική αντίδραση της κοινωνίας και των αντιπροσώπων της είναι χρήσιμο να γίνεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της απαραίτητης στρατηγικής ανάλυσης του τραπεζικού μας τομέα και των προοπτικών του.
Ξεκινώ από το γεγονός ότι γενικά αυξήσεις των τραπεζικών χρεώσεων είναι αναντίλεκτα επιζήμιες για την οικονομία, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία. Πλήττουν όμως την ίδια ώρα και την εικόνα και αξιοπιστία του συστήματος. Ειδικότερα εν μέσω υφεσιακών πιέσεων και ενός καλπάζοντα πληθωρισμού. Άρα γιατί γίνεται;
Η απάντηση ενδεχομένως να βρίσκεται στην αδυναμία διατήρησης της κερδοφορίας στις λαβωμένες μας τράπεζες, μέσα από τις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες. Φαινόμενο που δυστυχώς συνεχίζεται – όπως ακριβώς προειδοποιούσαμε – από το 2013. Κάτι που σίγουρα τα «μαύρα» διαβατήρια και θεσμική τους κάλυψη δεν βοήθησε. Τουναντίον, ανέβασε ακόμη περισσότερο το ασφάλιστρο κινδύνου για το σύστημα. Και άρα αναγκαστικά υιοθετήθηκαν σκληρότερα μέτρα συμμόρφωσης. Μέτρα που περιορίζουν αλλά και καθιστούν τις συνήθεις τραπεζικές εργασίες λιγότερο προσοδοφόρες.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς τάσεις και το ολοένα πιο συνδεδεμένο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, προκαλούν ιδιαίτερες πιέσεις. Νέοι παγκόσμιοι και πιο ευέλικτοι παίχτες είναι ήδη εδώ διαδικτυακά και ανταγωνίζονται τις τράπεζες μας. Η μετάβαση προς το νέο, πιο ανοικτό, παγκόσμιο, τραπεζικό περιβάλλον αναπτύσσει ταχύτητα. Ο συνδυασμός της αλλαγής στην συμπεριφορά των καταναλωτών προς το διαδίκτυο, οι νέοι κεφαλαιουχικοί κανονισμοί, και η παρουσία μιας καθόλα ανατρεπτικής τεχνολογίας στο χρηματοπιστωτικό τομέα πειθαναγκάζει ακόμη και τραπεζικούς κολοσσούς διεθνώς να επανεξετάσουν την στρατηγική τους. Και εδώ μιλάμε πια για επιβίωση. Σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, η απλή αλλαγή εικόνας, έστω και μιας σύγχρονης και τεχνολογικά ανεπτυγμένης εικόνας, και μόνο δεν θα βοηθήσει.
Οι τράπεζες που δεν θα καταφέρουν να υιοθετήσουν πολύ συγκεκριμένη και ξεκάθαρη στρατηγική, απλά θα αποτύχουν. Μια στρατηγική προσαρμοσμένη στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της αγοράς που στοχεύουν λαμβάνοντας υπόψη την κουλτούρα και προφίλ των καταναλωτών σε σχέση με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει ή μπορεί να αποκτήσει η τράπεζα για να τους προσεγγίσει και να τους εξυπηρετήσει.
Εξίσου σημαντικό (και πιο δύσκολο) σε αυτό είναι ότι αυτή η αγορά μπορεί να μην είναι κατ’ανάγκη η αγορά στην οποία σήμερα απευθύνονται όλες οι τράπεζες μας.
Μπήκαμε ανεπιστρεπτί στην παγκόσμια αγορά. Και ιδιαίτερα μέσα από την ανατρεπτική χρηματοπιστωτική τεχνολογία που ήδη χρησιμοποιείται, οι τράπεζες που θα τα καταφέρουν θα χρησιμοποιήσουν ανάλογες καινοτομίες για να ανταγωνιστούν τις πιο ευέλικτες και επιθετικές παγκόσμιες «νέο-τράπεζες», με διοίκηση και προσωπικό που δεν φέρουν τα βαρίδια ενός βραδυκίνητου παραδοσιακού τραπεζικού ιδρύματος.
Το όνομα του παιχνιδιού, λοιπόν, είναι Ανατροπή. Κάτι που το δικό μας συντηρητικό σύστημα, αλλά και κοινωνία ευρύτερα, απλά δυσκολεύονται να αποδεχθούν. Για τον απλό λόγο ότι οι ανατροπές δεν μπορούν να συνυπάρξουν με το κατεστημένο ή τον προστατευτισμό. Στον όποιο τομέα.
Άρα αναντίλεκτα, το πρόβλημα εδώ είναι έκδηλα πολύ βαθύτερο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, έστω μεσοπρόθεσμα, με διατάγματα ή πρόσκαιρα μέτρα. Απαιτείται ριζική αναδιάρθρωση του τραπεζικού μας συστήματος, εδώ και τώρα.
* Ο Δρ. Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge