Με την υιοθέτηση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης συνεπάγεται η ελαχιστοποίηση της χρήσης των φυσικών πόρων και κατά συνέπεια η βελτίωση της αποδοτικότητας στη χρήση τους.
Η ανάπτυξη συστημάτων χαμηλότερου ενεργειακού «αποτυπώματος», αποτελεί πρωταρχικό στόχο των υφιστάμενων Ευρωπαϊκών και Εθνικών Πολιτικών για τη μετάβαση στην οικονομία μηδενικού άνθρακα, σε ευθυγράμμιση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα τελευταία χρόνια, υψηλή προτεραιότητα δίνεται από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (φορείς χάραξης πολιτικής, βιομηχανία κλπ.) στην ενεργειακή αποδοτικότητα, κυρίως εξαιτίας της ανησυχίας για την επίπτωση της παραγωγής ενέργειας στην κλιματική αλλαγή αλλά και των άλλων αρνητικών παραγόντων που επηρεάζουν το περιβάλλον και το κοινωνικό σύνολο.
Ο όρος εξοικονόμηση ενέργειας αναφέρεται στην προσπάθεια βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των παραγωγικών μέσων και, γενικότερα, στην εξεύρεση τρόπων μείωσης της καταναλωμένης ενέργειας σε κάθε επίπεδο – χωρών, πόλεων, βιομηχανιών, κτηρίων.
Τα οφέλη της εξοικονόμησης ενέργειας είναι προφανή: οικονομικά, περιβαλλοντικά, πολιτισμικά κ.α. Καθώς το παγκόσμιο ενεργειακό πρόβλημα εντείνεται, η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί αναπόφευκτη μέριμνα για τον σύγχρονο άνθρωπο.
Ο άνθρωπος δεν εξοικονομεί ενέργεια συνειδητά, λόγω ελλιπούς πληροφόρησης.
Εδώ εμπεριέχεται η έννοια της αλλαγής κουλτούρας – η ευαισθητοποίηση, δηλαδή, των καταναλωτών.
Η αλλαγή της νοοτροπίας του ατόμου (υιοθετώντας πρακτικές και συνήθειες εξοικονόμησης ενέργειας σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του) είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί: το κυρίως πρόβλημα αφορά παγιωμένες πρακτικές, σχετιζόμενες με την παραγωγική διαδικασία, τη βαριά βιομηχανία, τις μεταφορές κλπ. Ακόμα κι έτσι, όμως, το γεγονός πως ο κτηριακός τομέας ευθύνεται για τεράστια ποσοστά ενεργειακής κατανάλωσης (της τάξεως του 40% στην Ευρωπαϊκή Ένωση) είναι, εν μέρει, η απόδειξη πως η αλλαγή νοοτροπίας δεν είναι μόνο αναγκαία αλλά και πρακτικά ωφέλιμη.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων κατέδειξε τις ανάγκες εξοικονόμησης ενέργειας, σε πρωτίστως οικονομικό επίπεδο. Παράλληλα, όμως, η ίδια οικονομική κρίση που φανέρωσε την αναγκαιότητα υιοθέτησης μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, αποτελεί τροχοπέδη στη δυναμικότερη διείσδυση τεχνολογιών βέλτιστων προς το περιβάλλον και ενεργειακά αποδοτικών, καθώς «παγώνουν» οι επενδύσεις και αυξάνεται η δυσπιστία υποστήριξης μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας υψηλού κόστους, σε επίπεδο κτηρίων και βιομηχανίας.
Η βιομηχανία χρόνο με το χρόνο προοδευτικά μεταλλάσσεται προσαρμοζόμενη στις καινούργιες ανάγκες εξοικονόμησης ενέργειας, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, με βάση τα εντεινόμενα και χρόνια περιβαλλοντικά προβλήματα.
Όροι όπως «έξυπνη» βιομηχανία, «έξυπνες» κατασκευές, «έξυπνη» γραμμή παραγωγής αναδεικνύουν τη σύζευξη της καινοτομίας στις νέες τεχνολογίες με το ζήτημα της βιωσιμότητας ενέργειας.
Οι περιγραφές αυτές θα μπορούσαν να συνοψιστούν στον όρο Smart Manufacturing, ο οποίος χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον συνδυασμό εκμετάλλευσης πληροφοριών, τεχνολογίας και ανθρώπινης εφευρετικότητας στην παραγωγή, κατασκευή, προώθηση, πώληση και λειτουργία προϊόντων σε κάθε τομέα της βιομηχανίας, εισάγοντας έξυπνα συστήματα στις επιμέρους διαδικασίες.
Ο όρος συμπεριλαμβάνει επίσης την κατάρτιση των εργαζομένων, τα συστήματα διαχείρισης, καθώς και την εταιρική κουλτούρα.
Οι ψηφιακές τεχνολογίες, σε μια εποχή που παράγουμε αυξανόμενους όγκους δεδομένων, μπορούν να ενισχύσουν την ενεργειακή μετάβαση, την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα ψηφιακά δεδομένα, συνδέονται εγγενώς με τις δύο κύριες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την ψηφιακή μετάβαση της οικονομίας και την μετάβαση στην καθαρή ενέργεια, για να γίνουμε κλιματικά ουδέτεροι έως το 2050. Η ψηφιοποίηση του ενεργειακού συστήματος μπορεί να μειώσει τη συνολική χρήση ενέργειας σε οικιακούς και εμπορικούς χώρους και κτήρια, κατά περίπου 10% έως το 2040.
Μέχρι πρόσφατα, το επίκεντρο αξιολόγησης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος μιας επένδυσης από μια επιχείρηση ή μια δημόσια αρχή, ήταν η ενεργειακή απόδοση των κτηρίων, των εγκαταστάσεων και των οχημάτων. Όσον αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό μιας δημόσιας ή ιδιωτικής επιχείρησης, δεν υπάρχει πλαίσιο αξιολόγησης και σχετικοί δείκτες που να επιτρέπουν τη μέτρηση τέτοιων πρωτοβουλιών ως προς το περιβάλλον και το ενεργειακό τους αποτύπωμα. Σύμφωνα με τους στόχους της ΕΕ για μια πράσινη-ψηφιακή μετάβαση, είναι επείγον να ληφθούν μέτρα για την υποστήριξη ενός βιώσιμού ψηφιακού μετασχηματισμού.
Στο πλαίσιο των προσπαθειών που καταβάλλονται για τη δημιουργία συνδυασμένων πρωτοβουλιών πράσινου και ψηφιακού μετασχηματισμού σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο, το ΚΕΒΕ συμμετέχει ως εταίρος στο έργο GO_GREEN, έχοντας ως κύριο στόχο την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων τα οποία αναδεικνύουν και αξιολογούν τόσο τα «πράσινα» όσο και τα «ψηφιακά» χαρακτηριστικά των κτηρίων.
Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί ο αντίκτυπος του έργου, η στόχευση για την Κύπρο για πράσινη-ψηφιακή μετάβαση, θα αφορά τον τομέα των υπηρεσιών (κτήρια τριτογενή τομέα) καθώς εκπροσωπεί το μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων της Κύπρου και μεγάλο ποσοστό επί της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στη χώρα. Με την υλοποίηση των πιλοτικών έργων στην Κύπρο, μπορεί να διαφανεί η βελτίωση του δείκτη SRI (Smart Readiness Indicator) με συγκεκριμένες παρεμβάσεις, να αξιολογηθεί ο περιβαλλοντικός-ενεργειακός-ψηφιακός-οικονομικός αντίκτυπος τους και να προωθηθεί σε περισσότερους φορείς για υιοθέτηση και στήριξη.
Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνείτε στα τηλέφωνα 22889747 ή email: a.theodorou@ccci.org.cy
* Λειτουργός, Τμήμα Ευρωπαϊκών Θεμάτων και Προγραμμάτων, ΚΕΒΕ