Μπορεί να μην είχα την τιμή να χριστώ γονέας, κάτι το οποίο το φοβάμαι όλο και πιότερο εντεύθεν στην εποχή την παρακμής, εντούτοις, οι ανησυχίες μου δεν είναι άνευ βάσης. Η αβελτερία που διακατέχει τη σημερινή κοινωνία, πληγώνει άτομα σαν κι έμενα, επί βάσεως καθημερινής. Με έχει κάνει να αποστραφώ φίλους, γνωστούς, αγάπες και συνδαιτυμόνες, ζητώντας καταφύγιο στη μοναξιά που μου προσφέρει η τέχνη.

Αποτελεί, λοιπόν, το παρόν σύγγραμμα, την προσωπική μου παρακαταθήκη, ενώ εναγώνια ψάχνω στο σκοτάδι να βρω το παιδί εκείνο που αγάπησα κάποτε. Την κόρη της Αθωότητας και της Ευτυχίας, την αδελφή του Πόθου, την εγγονή του Φλοίσβου μιας θάλασσας Αμμοχωστιανής. Παραπεταμένη, σαν άλλος ήρωας που περιμένει τη δικιά του δίκη, να αιωρείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μη μπορώντας ποτές της να φτάσει το μεταφυσικό του επουράνιου, γιατί έχουνε δέσει επιτήδειοι τα πόδια της στέρεα στη γης με κρικέλια εκλεπτυσμένα.

Ρεύματα υπόγεια θα σε παρασύρουν παιδί μου. Θα σε πλανέψουν και θα σε ξαποστείλουν σε κόσμους αλλόκοτους, όπου το τίποτα θα φαντάζει να είναι τα πάντα. Γιατί με υποσχέσεις και ονείρατα ζει ο κόσμος πλέον σήμερα μικρή μου και η πράξη έχει καταντήσει σκέψη υστερινή.

Ίσως να μην αγαπήθηκες κι εσύ ποτέ σου ως πρέπει κι ο λόγος αυτός να αποτελεί αιτία αποστροφής σου σ’ αυτό που πάει να πει αγάπη. Έχεις δώσει τα πάντα, καταλήγοντας ένα καρυδότσουφλο στη μέση του πουθενά, με συντροφιά σου το απόλυτο τίποτα. 

Αν έχει χτυπήσει η καρδιά σου επανειλημμένα κι εναγώνια, να ξέρεις πως κάθε φορά που εσύ πονάς, εγώ αφουγκράζομαι. Παρατηρώ εξ αποστάσεως, παραπεταμένος κι εγώ σαν απόφθεγμα εποχής που έχει πλέον ξεφτίσει κι εύχομαι η απαλή ελαφρύτητα του δικού σου είναι, να μην αποτελέσει την απαρχή της πτώσης. Λόγια πρόσκαιρα θα σου ψιθυρίσουνε πολλοί, μα η αλήθεια θα ναι μία.

Χωρίς να θέλω να σε τρομάξω παιδί μου, όσο κι αν μ’ έχεις πονέσει, είναι ακόμη λίγο. Ξέρω καλά πως όσο πονάω πονάς, μα σου είναι αδύνατο να βάλεις φρένο στην ατέρμονή σου κατρακύλα. Σαλτιμπάγκος κι εσύ όπως άλλωστε ήμουνα κάποτε κι εγώ, κάνεις τους άλλους όλους να γελάνε, κι ας έχει βασιλέψει για τα καλά στην καρδιά σου το αιώνιο σκοτάδι.

Ρώτησα κάποτε τον δικό μου πατέρα αν οι καιροί μπροστά μου θα ’ναι καλύτεροι απ’ τους δικούς του. Η απάντησή του λιτή, χαραγμένη μέχρι τώρα στο μυαλό μου, έλεγε μέσες άκρες τα πιο κάτω: 

Ίαση σε αυτό που σε πονάει δεν θα βρεις, παρά μόνο στη σκέψη πως ο πόνος ο δικός σου παιδί μου, θα ’ναι σίγουρα λιγότερος, απ’ αυτόν που θα γευτεί μελλοντικά το παιδί το δικό σου.

Στο υπόσχομαι πως για μένα δεν θα αποτελέσεις σκέψη υστερινή ποτές. Η παραφθορά της ψηφιακής ικανοποίησης, αποτελεί κάτι το τόσο πρόσκαιρο μα και το τόσο εθιστικό. Το κρασί αυτό δεν το ’χω γευτεί ποτές μου, μα το ίδιο δεν μπορώ να πω, με λύπη μου, για σένα.

Δούλου παιδί, δεν ήσουνα παιδί μου, μα δούλος κατάντησες του ψεύτικου και του ευκταίου. Θα ’μαι εδώ για σένα, να σ’ αγαπώ και είθε μια μέρα ο δικός σου πόνος, να μην είναι πιότερος από τον δικό μου.

Αφιερωμένο σ’ εκείνην, που τ’ όνομά της ψιλαφίζεις στη γραφή μου.

* Εκπαιδευτικός