Αποτελεί διαχρονική θέση της ΕΔΕΚ η βελτίωση και αναβάθμιση των υπηρεσιών της Δημόσιας Υπηρεσίας μέσα από μία ουσιαστική και ρηξικέλευθη μεταρρύθμιση, η οποία αυταπόδεικτα είναι επιβεβλημένη. 

Μια ουσιαστική μεταρρύθμιση είναι κατανοητό πως θα πρέπει να εκπληρώνει συγκεκριμένους στόχους. Ως εκ τούτου η ΕΔΕΚ έθεσε από την αρχή τα κριτήρια, τα οποία κατά την εκτίμησή της θα έπρεπε να συνθέτουν όλα όσα συντελούν μία αληθινή από αποδοτική μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας. Συγκεκριμένα:

1. Να οδηγεί σε πραγματική μείωση της γραφειοκρατίας και αύξηση της παραγωγικότητάς της.

2. Να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και τη διαφάνεια στην πρόσληψη, ανέλιξη και προαγωγή των δημοσίων υπαλλήλων.

3. Να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη του κοινού και την αξιοπιστία της Δημόσιας Υπηρεσίας.

4. Να μειώνει το κόστος λειτουργίας και να αυξάνει την ποιοτική απόδοσή της.

5. Η παραγωγικότητα της Δημόσιας Υπηρεσίας να συμβάλλει άμεσα και έμμεσα στην ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας του τόπου. 

Τα πιο πάνω κριτήρια έλαβαν υπόψη το ότι ο μέσος όρος της παραγωγικότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας σήμερα είναι στα πλέον χαμηλά επίπεδα της ευρωζώνης, αφού βρίσκεται μόλις στο 72%. Την ίδια στιγμή η γραφειοκρατία και η απουσία πραγματικής «έξυπνης» και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης προκαλεί πρόσθετη ταλαιπωρία στους πολίτες ενώ συμβάλλει σημαντικά στην απώλεια εσόδων από επενδύσεις.  Το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε είναι γεγονός πως σημείωνε κάποια θετικά βήματα προς την ικανοποίηση των πιο πάνω κριτηρίων. Παρόλα αυτά δεν κάλυπτε σε ικανοποιητικό βαθμό τους στόχους και τις προσδοκίες μας, ούτε συνέβαλλε στη σημαντική μείωση της γραφειοκρατίας που αποτελεί ένα εκ των μεγαλύτερων προβλημάτων που παρουσιάζει η χώρα μας. 

Πέραν τούτου, διαπιστώνουμε πως ενώ θα έπρεπε να μειώνεται ο υποκειμενικός παράγοντας στις αξιολογήσεις των δημοσίων υπαλλήλων, ενισχύεται σημαντικά. Μάλιστα η ανά εξάμηνο αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων στην πράξη σημαίνει περαιτέρω μείωση της παραγωγικότητας, αφού ο υπάλληλος που θα επωμίζεται αυτή την ευθύνη θα δαπανά το μέγιστο του παραγωγικού χρόνου εργασίας του στη συμπλήρωση των αξιολογήσεων. Την ίδια στιγμή, η προτεινόμενη από το νομοσχέδιο αξιολόγηση ενισχύει την εξάρτηση των δημοσίων υπαλλήλων από τους προϊσταμένους τους, γεγονός που προκαλεί περαιτέρω στρεβλώσεις, δυσλειτουργία των τμημάτων και δυσμορφία στις διαπροσωπικές σχέσεις των εργαζομένων. 

Το σημαντικότερο από όλα όμως είναι που από το νομοσχέδιο απουσιάζει η πρόταση της ΕΔΕΚ που προνοεί οι προαγωγές να έχουν ως βασικό κριτήριο την παραγωγικότητα και απόδοση του δημοσίου υπαλλήλου και του τμήματος στο οποίο απασχολείται. Αυτή είναι μία πρόταση που από το 1996 η ΕΔΕΚ καταθέτει στις εκάστοτε Κυβερνήσεις και η οποία δυστυχώς ακόμη δεν έχει υιοθετηθεί. Κατά την εκτίμησή μας η υιοθέτηση της πρότασής μας θα αυξήσει σε σημαντικό βαθμό την παραγωγικότητα, ενώ την ίδια στιγμή θα αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο προς τους υπαλλήλους που παράγουν και ενδιαφέρονται για την υπηρεσία και το τμήμα στο οποίο απασχολούνται. 

Πρέπει να γίνει κατανοητό πως οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι απλώς ένα νούμερο. Δεν είναι όλοι το ίδιο, δεν αποδίδουν και δεν εργάζονται όλοι με τον ίδιο τρόπο, δεν έχουν τις ίδιες γνώσεις, τον ίδιο φόρτο εργασίας ούτε εργάζονται στα ίδια τμήματα. Κάποιοι δουλεύουν περισσότερο και κάποιοι έχουν αυξημένες ευθύνες λόγω των απαιτήσεων των τμημάτων που εργάζονται. Όσοι παράγουν, όσοι έχουν θέληση για επιμόρφωση και όσοι δουλεύουν πραγματικά πρέπει να αμείβονται και να έχουν κίνητρα για να συνεχίσουν να παράγουν.  Το αν η ψήφιση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου θα οδηγήσει πράγματι σε μεταρρύθμιση και όχι σε απορρύθμιση, θα φανεί από τα αποτελέσματα που θα προκύψουν στην πορεία του χρόνου. Η ΕΔΕΚ θα συνεχίσει να καταθέτει τις προτάσεις της στη βάση των κριτηρίων που καταγράφονται πιο πάνω, με στόχο την ποιοτική βελτίωση της Δημόσιας Υπηρεσίας και τη διαμόρφωση θετικών συνθηκών εργασίας για τους υπαλλήλους που θα ευνοούν την παραγωγικότητα και τη μέγιστη απόδοσή τους σε αυτό με το οποίο θα καταπιάνονται.   

*Εκπρόσωπος Τύπου Κ.Σ. ΕΔΕΚ, Μέλος Κ.Ε.