Η υποχώρηση και τελικά η ουσιαστική εξάλειψη της πανδημίας θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη «νέα κανονικότητα». Για τις τράπεζες, είναι η συζήτηση που αφορά το τραπεζικό λειτούργημα στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού (εμπλουτισμένη αυτή τη φορά με τα θέματα της πράσινης μετάβασης). Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι η ευρύτερη συζήτηση της βιωσιμότητας τους εξαιτίας της χαμηλής τους κερδοφορίας λόγω των αρνητικών/χαμηλών επιτοκίων, της πλεονασματικής τους ρευστότητας, των υψηλών λειτουργικών τους εξόδων, και του ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν από νέους παρόχους ψηφιακών τραπεζικών υπηρεσιών και προϊόντων.

Οι κυπριακές τράπεζες, ως ευρωπαϊκές, αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) που διαφοροποιεί τις κυπριακές και ελληνικές από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές φαίνεται να ομαλοποιείται, με το ποσοστό των ΜΕΔ να προσεγγίζει το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η υψηλή έκθεση στα ακίνητα όμως, παραμένει κυπριακή ιδιαιτερότητα από τη σκοπιά των κινδύνων.

Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση για τον τραπεζικό τομέα είναι η ικανότητα πραγματοποίησης λειτουργικών κερδών σε μακροπρόθεσμη βάση. Η διασφάλιση της βιωσιμότητας στο μακρινό ορίζοντα δεν είναι εύκολη υπόθεση ενόψει των ριζικών αλλαγών στο τραπεζικό τοπίο σαν αποτέλεσμα των ραγδαίων εξελίξεων στην τεχνολογία. Η πλοήγηση με τη χρήση του τραπεζικού εγχειρίδιου είναι ήδη ξεπερασμένη. Τα ομοιογενή τραπεζικά ιδρύματα ανήκουν στο παρελθόν – για παράδειγμα, σύμφωνα με το περιοδικό  Economist, οι συμβατικές τράπεζες  έχουν απωλέσει το 30% των διεθνών πληρωμών κατά τα τελευταία χρόνια. Οι νεοεισερχόμενοι ψηφιακοί παίκτες έχουν πλέον αλλάξει την όψη του τραπεζικού χάρτη. Μιλούμε για τις εταιρείες χρηματοοικονομικής τεχνολογίας  (FinTechs), τα BigTechs λιανικού εμπορίου που προσφέρουν τραπεζικές εργασίες, τις καθαρά BigTechs που μπαίνουν στα τραπεζικά, τις ηλεκτρονικές εταιρείες πληρωμών (Electronic Money Institutions), τους διαμεσολαβητές των ψηφιακών νομισμάτων, τις υβριδικές τράπεζες, τις (αποκλειστικά) ψηφιακές τράπεζες, τις εταιρείες εκείνες που προσφέρουν χρήμα (π.χ. στεγαστικά, προσωπικά δάνεια), και άλλους. Μιλούμε για τα συνδυαστικά σχήματα που απορρέουν από τα πιο πάνω.

Κατά συνέπεια, η έγκαιρη διαμόρφωση και η γρήγορη υλοποίηση μακρόπνοου σχεδιασμού είναι καθοριστικής σημασίας για τη βιωσιμότητα και την ευημερία του τραπεζικού τομέα. Η νέα κανονικότητα διαλαμβάνει συνεχείς διακοπές και αλλαγές ως προς τη φύση των συμμετεχόντων στην αγορά και του ανταγωνιστικού πλαισίου. Το οικοσύστημα μεταβάλλεται και αναπλάθεται διαρκώς. Η αξιολόγηση της μετεξέλιξης του τραπεζικού επιχειρείν μακροπρόθεσμα, αποτελεί πραγματικό γρίφο. 

Είναι η άποψη μου ότι η μακροπρόθεσμη στρατηγική θα πρέπει να καθοριστεί μέσα από την αξιολόγηση των επιπτώσεων των διαμορφούμενων τάσεων, με το βάσανο σκέψης να προσπερνά το μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Είναι δε εμφανές ότι κλειδί της επιτυχίας στον ευμετάβλητο κόσμο είναι η υιοθέτηση πραγματικής ευελιξίας ως φιλοσοφία του επιχειρείν κι ως κουλτούρα εργασίας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ευχέρεια έγκαιρων ελιγμών προς επίτευξη των στόχων και προς αποφυγή των κινδύνων. 

 

Τάσεις κι επιπτώσεις στην τραπεζική αγορά

Οι σημερινές τάσεις οδηγούν σε κάποιες εκτιμήσεις για το μακρινό ορίζοντα. 

Η τεχνολογία εξελίσσεται εκθετικά κι απαντά στο αίτημα των νέων γενιών (Υ, Ζ & Α) και των επερχόμενων, για αποκλειστική εξυπηρέτηση μέσω των ψηφιακών καναλιών. Κατά συνέπεια, η λιανική τραπεζική, αυτή που εξυπηρετεί τον άνθρωπο ως καταναλωτή, θα διενεργείται σχεδόν αποκλειστικά ψηφιακά. Η τράπεζα θα αποτελεί προορισμό μόνο εκεί που ο πελάτης θα έχει ουσιαστικό όφελος από συμβουλευτικές υπηρεσίες (από ανθρώπινη, κι όχι από τεχνητή νοημοσύνη). Στο νέο κόσμο οι δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού διαφοροποιούνται. Η κουλτούρα προσέλκυσης και ουσιαστικής αξιοποίησης ταλέντων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του τραπεζικού επιχειρείν της επόμενης γενιάς.

Οι ψηφιακοί διαμεσολαβητές στη χρηματοοικονομική αγορά [ψηφιακές τράπεζες, FinTechs, έμποροι, επιχειρήσεις, κ.α.] θα συναλλάζονται με ψηφιακά νομίσματα αρκούντως εποπτευόμενα, θα ανταγωνίζονται, θα συγχωνεύονται, θα μεταλλάσσονται και θα συνεχίσουν να επενδύουν στη ψηφιακή τεχνολογία. Η χωρίς-σύνορα πρόταση προς τους πελάτες, η πλατφόρμα, το Super App, θα χαρακτηρίζει και θα εμπερικλείει πλέον τη λιανική τραπεζική διεθνώς. Θα επικρατήσουν οι ανταγωνιστικές, οι ολοκληρωμένες, και οι καινοτόμες προτάσεις, αυτές που θα προσφέρουν τις εξατομικευμένες εμπειρίες με τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης και της εικονικής πραγματικότητας.

Στο χώρο της ευρωζώνης, η διασυνοριακή πρόταση και τα πανευρωπαϊκά σχήματα θα έχουν καθιερωθεί. Καταλύτης για τον τραπεζικό τομέα θα είναι η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής τραπεζικής ένωσης με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού ταμείου ασφάλισης καταθέσεων. Η οποιαδήποτε ψηφιακή τράπεζα θα μπορεί να έχει ψηφιακή παρουσία σε οποιαδήποτε χώρα με αμελητέο επιπρόσθετο κόστος, προσφέροντας αν επιθυμεί όλη τη γκάμα των προϊόντων της, περιλαμβανομένων των ασφαλισμένων καταθέσεων.

Η τραπεζική αγορά της Κύπρου θα κατακλειστεί από μεγάλα και μικρά (εξειδικευμένα/niche) ευρωπαϊκά σχήματα με ανταγωνιστικές κι ευφάνταστες προτάσεις λιανικής τραπεζικής, απευθυνόμενα στον Κύπριο πελάτη/καταναλωτή – στη νέα ψηφιακή κοινωνία. Η ψηφιακή επέκταση προς την Κύπρο δεν ενέχει επιπρόσθετο λειτουργικό κόστος και συνεπώς δεν εγείρεται θέμα μικρού μεγέθους της χώρας/μικρής αγοράς. Η Κύπρος, όπως και κάθε γειτονιά της Ευρώπης, θα αποτελεί επιχειρηματικό προορισμό των διεθνών εταιριών τραπεζικής, αφού τα αναμενόμενα έσοδα δεν θα συνεπάγονται αντίστοιχα έξοδα.

 

Συνεργασία κυπριακών και ξένων ψηφιακών τραπεζών

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των κυπριακών και των ξένων ψηφιακών τραπεζικών σχηματισμών θα λειτουργούν αντίθετα, δημιουργώντας κίνητρο για συνεργασία, ακόμα και για εξαγορά ή συγχώνευση. Οι κυπριακές τράπεζες θα έχουν όφελος από τη συνεργασία με εκείνα τα σχήματα που θα επικρατήσουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Η δε ενοποίηση τραπεζών στον κυπριακό χώρο, π.χ. των μικρότερων, θα έχει νόημα και μεγαλύτερη αξία αν αποτελεί μέρος ή πρώτο βήμα μια ευρύτερης ψηφιακής στρατηγικής.

Ίσως να είναι η ώρα για ιχνηλάτηση του ευρωπαϊκού τοπίου και αξιολόγησης της προοπτικής τέτοιων συνεργασιών, και της διαμόρφωσης κατάλληλης στρατηγικής αν η προοπτική υφίσταται. Ίσως μια τέτοια κατεύθυνση να ωθήσει και άλλους κλάδους της οικονομίας να εξεύρουν ψηφιακούς εταίρους, αξιοποιώντας πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Ίσως κάτι τέτοιο να ενισχύσει την ψηφιακή κουλτούρα και την προσπάθεια του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας, που στόχο έχει την επίτευξη ανταγωνιστικής, βιώσιμης, κι ευημερούσας οικονομίας.

 

Στρατηγική για τα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα

Οι κυπριακές τράπεζες, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην τεχνολογία, προχώρησαν τα τελευταία χρόνια σε επενδυτικά προγράμματα ψηφιακού μετασχηματισμού προσβλέποντας στη μετακίνηση των πελατών προς τα ψηφιακά κανάλια. Στόχος ήταν η μείωση του λειτουργικού κόστους και η διατήρηση/αύξηση εκείνου του πελατολογίου που τελικά θα επιζητούσε τη ψηφιακή εξυπηρέτηση. Επιπρόσθετα, μια τέτοια στρατηγική θα αποτελούσε άμυνα έναντι εκείνων των ξένων ψηφιακών τραπεζών κι άλλων χρηματοοικονομικών οργανισμών. Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, η κατάλληλα σχεδιασμένη ψηφιακή στρατηγική θα οδηγούσε σε καινούριες πηγές εισοδημάτων με τη διάθεση νέων ψηφιακών προϊόντων και τη μεγαλύτερη συμμετοχή στη ψηφιακή οικονομία σε μη παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες.  Η στρατηγική αυτή παραμένει.

Οι προσπάθειες των τραπεζών απέδωσαν καρπούς. Σύμφωνα με τις σχετικές μετρήσεις, μέσα σε 5 χρόνια η ψηφιακή δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά 20% (υποβοηθούμενη βέβαια από τη πανδημία η οποία ώθησε τη χρήση των ψηφιακών εργαλείων κι ενίσχυσε τη ψηφιακή κουλτούρα στο νησί μας). Η πορεία προς την περαιτέρω τεχνολογική αναβάθμιση είναι μονόδρομος διότι τόσο η αντίθετη κατεύθυνση, όσο και η στασιμότητα (που ισοδυναμεί με πισωγύρισμα στη σημερινή ραγδαία μεταβαλλόμενη εποχή), οδηγούν ξεκάθαρα στην αποξένωση των πελατών και, κατ’ επέκταση, στη φθορά.

Το εγχείρημα του ψηφιακού μετασχηματισμού είναι όμως δαπανηρό και προϋποθέτει τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες. Πως θα μπορέσει η κυπριακή λιανική τραπεζική να ανταγωνιστεί ευρωπαϊκά μεγαθήρια που διαθέτουν πολλαπλάσια κεφάλαια και ανθρώπινους πόρους για την προσπάθεια αυτή; Όταν σε βάθος χρόνου η απρόσωπη ψηφιακή τραπεζική αποτελεί το επικρατέστερο κανάλι εξυπηρέτησης στον ευρωπαϊκό χώρο, όταν η κάθε ευρωπαϊκή τράπεζα είναι και δική μας, τότε ξεκάθαρα το συγκριτικό πλεονέκτημα θα ανήκει στα τραπεζικά σχήματα με τους περισσότερους πόρους σε απόλυτους όρους. 

Από την άλλη, πως θα μπορέσει η ευρωπαϊκή εταιρική τραπεζική να εισέλθει στην Κύπρο και να ανταγωνιστεί τις κυπριακές τράπεζες, έστω και με ανώτερη τεχνολογία και άλλους πόρους, αν το κόστος και το ρίσκο εξυπηρέτησης είναι δυσανάλογο του οφέλους; Το λειτουργικό πλαίσιο της ντόπιας αγοράς, αυτό που διέπει τη σχέση τράπεζας-επιχείρησης δεν είναι εναρμονισμένο με τις πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών (σε αντίθεση από αυτό του τομέα διεθνών υπηρεσιών) σπρώχνοντας προς τα πάνω το λειτουργικό κόστος και το ρίσκο για τη ξένη τράπεζα που επιθυμεί να ασκήσει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Η εναρμόνιση του εν λόγω πλαισίου προϋποθέτει νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, άλλες πρακτικές, άλλη κουλτούρα. Οι μικρομεσαίες, αλλά και οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Κύπρο (κατά βάση υπερδανεισμένες) δεν έχουν πρόσβαση σε νέο δανεισμό ούτε για άλλες σημαντικές για αυτές υπηρεσίες από ξένες τράπεζες, και θα είναι δύσκολο να αποκτήσουν τα επόμενα χρόνια. Πέραν τούτου, οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν σαφώς μεγαλύτερη σημασία στην εταιρική τραπεζική. Η κατανόηση της επιχείρησης και η εμπιστοσύνη, είναι σημαντικές παράμετροι της εταιρικής τραπεζικής. Κατά συνέπεια, οι κυπριακές τράπεζες θα συνεχίσουν να διαθέτουν ξεκάθαρο συγκριτικό πλεονέκτημα στην εξυπηρέτηση των Κυπριακών επιχειρήσεων κατά τα επόμενα χρόνια. Για τις πλείστες τράπεζες η εταιρική τραπεζική είναι επικερδής τομέας παρά το δύσκολο περιβάλλον. Η προοπτική του τομέα είναι ελκυστική υπό την προϋπόθεση της συνέχισης του εξορθολογισμού και της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης της οικονομίας.

* Οικονομολόγος