Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) σε πρόσφατη διάσκεψη της με θέμα «Η πράσινη φορολόγηση δημιουργεί μια πιο δίκαια κα ανθεκτική οικονομία (4 Φεβρουαρίου 2021), υπογράμμισε την ανάγκη να εφαρμοστεί η αρχή να πληρώνει το κόστος της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης αυτός που το προκαλεί. Μελέτη της  Επιτροπής αναγνωρίζει πως, στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό δεν εφαρμόζεται αφού, οι επιχειρήσεις που προκαλούν μόλυνση στο νερό, στον αέρα και το έδαφος δεν καταβάλλουν το ανάλογο κόστος, έστω και εάν συμμορφώνονται με τις ισχύουσες νομοθεσίες. Δηλαδή αυτοί που επιβαρύνουν το οικοσύστημα με επικίνδυνα απόβλητα δεν πληρώνουν την επιβάρυνση που δημιουργούν. 

Το  κόστος που προκαλείται από τα επικίνδυνα απόβλητα είναι τεράστιο, αφού επηρεάζει αρνητικά το περιβάλλον, την υγεία και την ίδια την οικονομία. Το οικονομικό κόστος μπορεί να μην είναι άμεσα μετρήσιμο λογιστικά αλλά μέσα από πολλές επιστημονικές μελέτες που έχουν γίνει υπολογίζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ, (ΕΕ).  Στη βάση αυτής της λογικής η Επιτροπή προωθεί την αύξηση της φορολόγησης σε όσους ρυπαίνουν το περιβάλλον ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα μέσα από κίνητρα και άλλα μέτρα την προώθηση επενδύσεων που στηρίζονται στην πράσινη ενέργεια.  

Οι σκανδιναβικές χώρες (Νορβηγία, Φινλανδία, Δανία και Ισλανδία) για τρεις περίπου δεκαετίες εφαρμόζουν την πράσινη φορολόγηση ως μια στρατηγική αντίδρασης στις οικονομικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Τα αυξημένα έσοδα από τη φορολόγηση της ρύπανσης επέτρεψαν στις συγκεκριμένες χώρες να μειώσουν τη φορολόγηση της εργασίας και των «πράσινων» επιχειρήσεων  και των κεφαλαίων,  αυξάνοντας την παραγωγικότητα, παράγοντας που συνεχίζει να αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της  κυπριακής οικονομίας. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών στις σκανδιναβικές χώρες ήταν να μειωθεί η περιβαλλοντική ρύπανση και να παρατηρηθεί μια ραγδαία ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας.  Συγκεκριμένες πολιτικές εφάρμοσαν και άλλες χώρες. Για παράδειγμα, στην Αυστρία επιβλήθηκαν σημαντικές χρεώσεις στην υγειονομική ταφή και αποτέφρωση αποβλήτων, ενώ στην Ολλανδία εφαρμόστηκε ανάλογο μέτρο για την εμπορία φωσφορικών κτηνοτροφικών απόβλητων.

Μέσα από την εμπειρία των χωρών που εφάρμοσαν πράσινα προγράμματα έχει καταρρεύσει και ο μύθος πως, η πράσινη φορολόγηση οδηγεί σε οικονομική ύφεση και μείωση της απασχόλησης. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η πράσινη φορολόγηση συνδέεται με τη μείωση των φόρων στην εργασία και με πράσινα αναπτυξιακά προγράμματα, αυτό οδηγεί συνυπολογιστικά σε μια καθαρή αύξηση της απασχόλησης. (Στη Δανία απασχολούνται σήμερα πάνω από 33.000 εργαζόμενοι στον τομέα της αιολικής ενέργειας).

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που τεκμηριώνει την ανάγκη για όδευση σε μια πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση είναι το γεγονός ότι, σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν καταγράφηκε αρνητική διασύνδεση της φορολόγησης των ρύπων με την ανάπτυξη του ΑΕΠ. Τουναντίον, σε όλες τις περιπτώσεις η πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση οδήγησε σε ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και δημιούργησαν συνθήκες ευημερίας (IISD- International Institute for Sustainable Development). Το παράδειγμα της Ισλανδίας η οποία εφάρμοσε μια σειρά από μέτρα στο πλαίσιο της πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης την τελευταία δεκαετία είναι ενδεικτικό, αφού από το 2009 έως το 2018 παρουσίασε μια αύξηση του ΑΕΠ ανά κεφαλή κατά 77%. Σημαντική ανάπτυξη παρουσίασαν επίσης και οι υπόλοιπες Σκανδιναβικές χώρες που εφάρμοσαν ανάλογες μεταρρυθμίσεις. 

Οι περιβαλλοντικοί φόροι στην Ευρώπη ανέρχονται (μέσος όρος) γύρω στο 6% επί του συνόλου των φορολογικών εσόδων (περιλαμβάνονται και οι εισφορές στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης), σε κάποιες όμως χώρες όπως η Λεττονία είναι στο 10%. Περισσότερη έμφαση και φορολόγηση θα πρέπει να επιβληθεί στους πιο επικίνδυνους για το περιβάλλον ρύπους οι οποίοι συνδέονται με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίων, (διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, οξείδιο του αζώτου, υδρατμοί κ.λπ.).

Όλες οι επιστημονικές έρευνες παραπέμπουν σε μια πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση που θα είναι πιο δικαία, αφού θα πληρώνουν το κόστος της ρύπανσης αυτοί που το προκαλούν και την ίδια ώρα θα ενισχυθούν τα εισοδήματα των εργαζομένων αλλά και των επιχειρήσεων που προστατεύουν το περιβάλλον και λειτουργούν στη βάση της κοινωνικής ευθύνης, προστατεύοντας την υγεία των πολιτών και δημιουργώντας αειφόρα ανάπτυξη. Η πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση θα πρέπει να αποτελέσει την βάση του νέου φορολογικού μοντέλου  και στον τόπο μας λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους αυξημένους περιβαλλοντικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η Κύπρος.  

Ιδιαίτερα, σε περιόδους κρίσης όπως είναι η υγειονομική κρίση που βιώνουμε σήμερα, οι πολιτικές πράσινης φορολόγησης μπορούν να οδηγήσουν σε μια πιο ποιοτική ζωή για ολόκληρη την κοινωνία και σε μια πιο δυναμική και κοινωνικά ισορροπημένη οικονομία, γιατί η αύξηση των εσόδων από την φορολόγηση της ρύπανσης θα αξιοποιείται προς όφελος της αειφόρου ανάπτυξης και της παραγωγικότητας. 

Η  ΣΕΚ με ανακοινώσεις και υπομνήματα προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (Νοέμβριος 2018) και άλλους πολιτειακούς θεσμούς, αναδεικνύει τα τελευταία χρόνια την ανάγκη για εισαγωγή της πράσινης φορολογικής μεταρρύθμισης η οποία θα περιορίζει την φορολόγηση των μισθωτών και των επιχειρήσεων που σέβονται το περιβάλλον, μέσα από έσοδα που θα προκύψουν από την πρόσθετη φορολόγηση όσων ρυπαίνουν και επιβαρύνουν το περιβάλλον και την υγεία των πολιτών. Η πρόταση της ΣΕΚ υιοθετήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο το 2019 το οποίο καθόρισε χρονοδιάγραμμα για την έναρξη κοινωνικού διαλόγου.  

Ας μην παραμείνουμε για ακόμη μια φορά ουραγοί στην εφαρμογή μιας τόσο σημαντικής μεταρρύθμισης, η οποία στοχεύει να λειτουργήσει υποβοηθητικά στο μέγα ζητούμενο που είναι η προστασία του περιβάλλοντος, θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής των συνανθρώπων μας και θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας με πολλαπλά οφέλη για εργαζόμενους και επιχειρήσεις.  

Η όποια περαιτέρω καθυστέρηση θα συνεχίσει να λειτουργεί επικίνδυνα για το περιβάλλον, την υγεία και την ανταγωνιστικότητα και θα συνεχίσει να εξυπηρετεί μόνο αυτούς οι οποίοι ευθύνονται για την καταστροφή του περιβάλλοντος.

*Αναπληρωτής Γ.Γ. ΣΕΚ.