Όπου κι αν ψάξει ο κοινωνιολογικός ερευνητής, στα σκοτεινά παρασκήνια της κακοδαιμονίας που αφανίζει αργά και μεθοδικά τον Κυπριακό Ελληνισμό, θα οσφρανθεί τη δυσοσμία του δαίμονα που ροκανίζει τις ρίζες της ζωής μας. Η παρουσία του είναι αισθητή παντού. Κι ο σατανικός του σκοπός φανερός, σ’ όλα τα πλάτη της ύπαρξης του λαού μας. Προγραμματίζει τον ιστορικό αφανισμό της οντότητάς μας. Έχει εντολές να διαλύσει την κοινωνική μας υπόσταση, εκθεμελιώνοντας όλες τις αλήθειες που συγκροτούν την ιστορία μας από τα βάθη των αιώνων, από τις πρωταρχές των χιλιετιών του πολιτισμού μας. Να πυρπολήσει και να θάψει αρχές, αξίες, ιδεώδη, που κράτησαν ατλαντικά τους ηθικούς νόμους που αποτέλεσαν τη συνολική πραγματικότητα της ελληνικής αλήθειας σ’ αυτό το μοιρόγραφτο σταυροδρόμι του κόσμου, κατά τον Καζαντζάκη. Σε εξήντα χρόνια, από τη μέρα της παράδοσής μας στην πλεκτάνη της συμφωνίας κακοποίησης των οραμάτων μας, ισοπεδώθηκαν οικτρά οι ευγενέστερες επιδιώξεις, όσων κατέθεσαν τη ζωή τους στα βάθρα των θυσιαστηρίων των αγώνων για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Κατέλυσαν την ιερότητα της μνήμης του κόσμου. Διέλυσαν τις πεποιθήσεις της παράδοσής μας. Μας απέκοψαν από τις θελήσεις των πατέρων μας. Και τα τεκμήρια πολλά και κραυγαλέα:
Οι κακοδαιμονίες έσβησαν το μεγαλείο των ιδεωδών που ενέπνεαν τη ζωή μας κι έδιναν φτερά στη νεότητα που καταδικαζόταν να πεθάνει στην αγχόνη για την ανθρωπιά και την απελευθέρωση από τον βρετανικό ζυγό. Λίγους μήνες πριν τη συνθηκολόγηση στο Λάγκαστερ χάους του Λονδίνου, στις 19 Φεβρουαρίου 1959, ένα παλληκάρι από την Πάφο στεκόταν στην ξύλινη καταπακτή των Κεντρικών Φυλακών και τραγουδώντας τον εθνικό μας ύμνο καλωσόριζε τον θάνατο πριν σημάνουν μεσάνυκτα της 13ης Μαρτίου 1957. Και κρεμόταν στο κενό σπαράζοντας για τρία λεπτά μέχρι το άλμα στην αιωνιότητα. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1958 τρεις γίγαντες της περηφάνειας με τόλμη και παρρησία πρωταγωνιστούσαν στη δραματική σκυταλοδρομία του θανάτου στον Αχυρώνα κι έπεφταν νεκροί στο αλώνι της θυσίας για τη δόξα μας. Στις 3 Μαρτίου του 1957 ο αρχάγγελος της ελευθερίας μας γινόταν λαμπάδα φωτιάς για να φωτίζει το δρόμο του χρέους στους αγωνιστές του κακοτράχαλου δρόμου της δοκιμασίας της ανθρώπινης αξίας. Οι ανταύγειες από τις φλόγες της θυσίας του Γρηγόρη μας, λαμπάδιαζαν τις νύχτες τον ουρανό, όταν τα χέρια της υπογραφής της Ζυρίχης υπέγραφαν την παράδοση της εχθρικής συμφωνίας. Και το σφουγγάρι της λήθης έσβηνε από τον πίνακα των ιερών υποχρεώσεων τους σκοπούς 108 ηρώων της ΕΟΚΑ που έπεσαν μαχόμενοι, πιστοί στις προσταγές των προγόνων, τρισήμισι χιλιάδων που δοκιμάζονταν στα κρατητήρια της αγγλοκρατίας, 1014 που μαρτυρούσαν στις φυλακές, 300 που κονταροκτυπιούνταν με τον Χάρο στα βουνά αντάρτες, για να ξημερώσουν την αυγή των ευοδώσεων των χρόνιων ελπίδων όσων ζούσαν σ’ αυτό τον τόπο των βασάνων.
Τώρα, εξήντα χρόνια μετά τη λάμψη της λεβεντιάς, πόσοι θυμούνται τις δόξες των παππούδων; Πόσοι περηφανεύονται για τους πατέρες της ελευθερίας; Από τη γαλανόλευκη θάλασσα των σημαιών, πόσες έμειναν στα μπαλκόνια για να χαιρετίζουν τους νεκρούς των αξιών μας κυματίζοντας την ανθρωπιά μας στον αγέρα;
Οι πράκτορες των ξένων υπηρεσιών, οι εξωνημένοι Ισκαριώτες που εκτελούν τις εντολές της κακοδαιμονίας, ισοπέδωσαν τις βάσεις και τις προοπτικές της εθνικής μας ύπαρξης. Παράλαβαν ένα Λαό που με τη λεβεντιά του συνάρπαζε τον θαυμασμό των ελευθέρων ανθρώπων και τον σπρώχνουν στην καταισχύνη και την ιστορική αφάνεια. Κι ο κόσμος διαπορεί και ελεεινολογεί πώς ο μαχητής Λαός που δεν φοβόταν τον θάνατο, τώρα γονατίζει ευτελής ικέτης στα όργανα του κατακτητή που λυμαίνονται τις περιουσίες που εγκατέλειψαν στα πόδια του οι κληρονόμοι. Απορεί πώς ένας κόσμος ωραίων αγώνων κατάντησε επαίτης στους δρόμους όπου καμάρωνε την ύπαρξή του, ζητιάνος του γλεντιού που πληρώνει στις αυλές όπου έζησε κι ανδρώθηκε, στα κλεμμένα κέντρα, στα αρπαγμένα ξενοδοχεία, στις λεηλατημένες παραλίες του. Πώς η περήφανη νιότη του ’55 σέρνεται στην τουρκοκρατούμενη γη της δόξας του, πώς δεν διεκδικεί την απελευθέρωση των εστιών όπου γεννήθηκε, πώς δεν διακηρύσσει τις αξιώσεις του επαναλαμβάνοντας τις παρελάσεις κρατώντας τα λάβαρα των καταβολών της, κουβαλώντας στους ώμους της τα φέρετρα των ηρώων που προσκυνούσε; Και πού χάθηκαν οι ανυποχώρητες ιδέες των υπαρξιακών εξορμήσεων των αόπλων στις συγκρούσεις με τον πάνοπλο αντίπαλο και τους μισθοφόρους του, που τον διαδέχθηκαν στην κατοχή της γης μας;
Οι τιμονιέρηδες της κακομοιριάς έγιναν οι σκηνοθέτες του ολέθρου μας, με τα δαιμονιακά σενάρια των παρατεταμένων δραμάτων μας, στις σκηνές των θεάτρων «γκραν γκινιόλ» που όφειλαν οι κυβερνήσεις μας να απαιτήσουν τη διακοπή τους, αφού πάντα γνώριζαν και την ταυτότητα και τις εχθρικές τους επιδιώξεις. Αλλά ουδέποτε σήκωσαν τα αναστήματά τους ενώπιον του ίδιου, επαναλαμβανόμενου, διακηρυγμένου εχθρού. Σαν να ελέγχονταν από χαλινάρια των λόρδων της κακοδαιμονίας. Σαν υπνωτισμένοι από αφιόνι που κατάπιναν με μαζοχιστική βούληση. Βέβαια, οι ηγέτες μας μπορούν να δράσουν δεόντως έστω και αργά. Τώρα. Και να δηλώσουν από το βήμα της διεθνούς Αμφικτιονίας την οριστική άρνηση των παρεμβάσεων που ανατρέπουν τη θέληση του λαού μας που απαιτεί την απελευθέρωσή του και από τα λάθη πολιτικών ηγετών του που υπέκυψαν στους στολάρχους των κανονιοφόρων. Όσων τον περιέσφιγγαν αποπνικτικά, και από την κακοβουλία όσων επί 143 χρόνια περνούν τη θηλιά του ιστορικού θανάτου στον λαιμό μας. Να αξιώσουμε τώρα, στον ΟΗΕ, την απαλλαγή από τον κατάλογο των «προθύμων προστατών»μας.