Η μετανάστευση και η διαχείρισή της είναι ένα ζήτημα ευαίσθητο, συναισθηματικά και ιδεολογικά φορτισμένο το οποίο απασχολεί την Ευρώπη και τις δυτικές κυβερνήσεις εδώ και πολλά χρόνια. 

Ήδη από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας έχουμε δει να εφαρμόζονται διαφορετικές προσεγγίσεις διαχείρισης των κυμάτων μετανάστευσης από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Από την προσέγγιση του Ούγγρου Πρωθυπουργού Βίκτωρ Όρμπαν, ο οποίος με ένα ιδιαίτερα απαξιωτικό και ακραία ρατσιστικό λόγο και πρακτικές έχει παραβιάσει κάθε έννοια αλληλεγγύης και διεθνών συμβάσεων, μέχρι, την προσέγγιση ανοικτών συνόρων από τη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ η οποία δέχτηκε σφοδρή κριτική για αυτή της την απόφαση από αντιπολίτευση και εντός του κόμματός της.

Αν δεχτούμε ως βασική υπόθεση το γεγονός πως η μετανάστευση θα υπάρχει πάντοτε, ως βασική ανάγκη της ανθρώπινης φύσης είτε για να επιβιώσει είτε για να επιδιώξει ένα καλύτερο μέλλον θεωρώ αυτονόητη την ανάγκη να συζητάμε διαλεκτικά και ρεαλιστικά τους τρόπους καλύτερης, βέλτιστης διαχείρισης του ζητήματος αυτού. Επειδή είναι ένα μέγα πολιτικό ζήτημα, το οποίο δε μπορεί και δεν πρέπει να εξαντλείται είτε σε αισθήματα ρατσισμού είτε φιλευσπλαχνίας.

Η μετανάστευση αναπόφευκτα προκαλεί οικονομικό κόστος, δυσκολεύει την κοινωνική συνοχή, έχει τεράστιες επιδράσεις στην οικονομία, στην απασχόληση και ούτω καθεξής. Γι’ αυτό το λόγο είναι  θεωρώ ορθό να αξιολογηθούν όλα αυτά τα δεδομένα σε έναν σύνθετο πολιτικό αλγόριθμο για να μπορέσουμε να καταλήξουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Η χώρα μας σίγουρα δεν είναι Γερμανία για να δεχτεί ελεύθερη ροή εκατομμυρίων μεταναστών. Έχει όμως ανάγκη από μεταναστευτική διαχείριση που να μην εξαντλείται στην εξέταση αιτήσεων πολιτικού ασύλου.  

Ως δεδομένα πρέπει να θεωρούνται οι μακρο-οικονομικοί δείκτες της χώρας αλλά και αυτούς που παρουσιάζει γενικότερα η Ευρώπης ως ήπειρος. Οι οποίοι δείχνουν σοβαρή υπογεννητικότητα, αύξηση του προσδόκιμου ηλικίας -το οποίο ολοένα και θα αυξάνεται με την πρόοδο της επιστήμης. Ως αποτέλεσμα αυτής της εξίσωσης προκαλείται σοβαρή πίεση στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων αλλά και αυξημένες ανάγκες απασχόλησης. Θεωρώ επίσης ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να γίνει η βασική παραδοχή πως η απασχόληση αποτελεί βασικό συντελεστή της εξίσωσης που οδηγεί στην αύξηση του ΑΕΠ της κάθε χώρας. Ήδη, οι βιομηχανίες, οι βιοτεχνίες, τα εργοστάσια, η γεωργοκτηνοτροφία, τα ξενοδοχεία της χώρας μας έχουν μεγάλες ανάγκες σε προσωπικό τις οποίες δυστυχώς δεν μπορεί να καλύψει η εθνική και η ευρωπαϊκή αγορά. Επιπλέον χώρες που τροφοδοτούσαν με προσωπικό τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία δεν είναι πλέον σε θέση να το κάνουν. 

Γι’ αυτό η μετανάστευση χρειάζεται αξιολόγηση, αξιοποίηση, διαχείριση, κίνητρα και πολιτικές ενσωμάτωσης.

Πολιτικές που στηρίζονται σε επιδοματικές λογικές ή λογικές γκετοποίησης απλά κοστίζουν στο κρατικό προϋπολογισμό περισσότερο και πλήττουν την κοινωνική συνοχή. Είναι πιο επωφελές ένα κράτος να επενδύσει σε μία διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης, με εργαλεία όπως θεσμοθετημένες διαφανείς εξετάσεις για άδεια εργασίας ή ακόμη και για την ιθαγένεια όπως έχουν εισαχθεί και στην Ελλάδα. 

Κλείνοντας, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα εξής. Η παράνομη μετανάστευση, η μαύρη αγορά εργασίας, άνθρωποι που διαβιούν στο περιθώριο της κοινωνίας, και χωρίς καμία προοπτική για το μέλλον οδηγούν μόνο σε αρνητικές συνέπειες την κοινωνία και την οικονομία. Η μετανάστευση σαφώς και πρέπει να ελέγχεται. Την ίδια ώρα όμως, η καλή μετανάστευση η οποία αναζωογονεί κλάδους της οικονομίας και η οποία ενσωματώνεται σωστά σε όλες τις κοινωνικές δομές δημιουργεί πολλαπλά οφέλη για κάθε ευρωπαϊκή χώρα. 

Χρειάζεται και απαιτείται μια δημιουργική και ρεαλιστική πολιτική η οποία θα δίνει κίνητρα, ορατότητα και προοπτική σε αυτούς τους ανθρώπους για να βρουν πράγματι το καλύτερο αύριο στη χώρα μας μετατρέποντας έτσι αυτή τη μεγάλη πρόκληση σε μία ευκαιρία για όλους. 

Η ίδια η Άγγελα Μέρκελ το 2010 είχε δηλώσει δημόσια ότι, το πείραμα της πολιπολιτισμικότητας είχε αποτύχει. Ήταν η ίδια πολιτικός που 5 χρόνια αργότερα υποδεχόμενη εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες είπε το γνωστό, «θα τα καταφέρουμε». Σήμερα πλέον, τόσα χρόνια μετά, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι κατάφερε και τι όχι. Να γνωρίζουμε και τα θετικά και τα αρνητικά. Αυτό δίνει ένα σαφές πλεονέκτημα σε όλους εμάς να εφαρμόσουμε τις βέλτιστες πρακτικές και την ίδια στιγμή να αναχαιτίσουμε τους κινδύνους.

* Γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού ΔΗΣΥ, τέως βουλευτής Λευκωσίας.